Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ασφαλώς η παρουσίαση των λυρικών έργων του Παύλου Καρρέρ (1829-1896) και η επανένταξή τους στο ενεργό ρεπερτόριο δεν ήταν ούτε προτεραιότητα ούτε πρόθεση της σκηνοθέτριας Ζωής Χατζηαντωνίου, όταν επέλεξε να ανεβάσει τη «Φροσύνη» με την ομάδα μουσικού θεάτρου «Ραφή» (14 έως 16/1/2017).

Επίσης η παράσταση που είδαμε στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής επ’ ουδενί απαλλάσσει την Εθνική Λυρική Σκηνή, μοναδικό φορέα παραγωγής όπερας στη χώρας μας, από το ασυγχώρητα παραμελημένο καθήκον να στηρίζει συστηματικά και κυρίως αποτελεσματικά το ιστορικό εθνικό ρεπερτόριο.

Παράγωγο οδυνηρής ιδεολογικής στρέβλωσης και μέγιστης παρεξήγησης σε κάθε επίπεδο, η συγκεκριμένη παραγωγή της «Φροσύνης» αναγκάζει να θέσουμε για πολλοστή φορά θέματα στην αρχική τους βάση, αλλά και να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους.

Το ιστορικο-αισθητικό της πλαίσιο

Γραμμένη και πρωτοπαρουσιασμένη στη Ζάκυνθο το 1868, η «Φροσύνη» είναι σύγχρονη του «Ντον Κάρλος», του «Τριστάνου», των «Αρχιτραγουδιστών», της «Πουλημένης μνηστής» και του «Πρίγκιπα Ιγκορ». Στην καθαρόαιμα ρομαντική γραφή της ο Επτανήσιος, Ευρωπαίος, Καρρέρ αναπαράγει ως αυτονόητη την κοινή μουσική γλώσσα της ιταλικής όπερας της εποχής του Βέρντι, συνειδητά και σκόπιμα χρωματισμένη με γειώσεις σε εθνικά ελληνικά ακούσματα.

Τέλος, το ελληνικού ενδιαφέροντος θέμα της με τις ιστορικά πρωθύστερες ιδεολογικές προσαρμογές του την εγγράφει ξεκάθαρα και κεντρικά στο πεδίο διαπραγμάτευσης τής υπό κατασκευήν ελληνικής εθνικής ταυτότητας κατά τον 19ο αιώνα. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα έργο το οποίο, στις βασικές, ιστορικές συνιστώσες του -μουσική γλώσσα, αισθητική, θεματική, ιδεολογία- μας ενδιαφέρει και μας αφορά ιδιαίτερα σε κάθε επίπεδο.

Το ότι το μουσικό της υλικό μερικώς χάθηκε, ότι η όπερα αυτή ξεχάστηκε πλήρως για περισσότερο από έναν αιώνα και ουδέποτε παρουσιάστηκε στην 75χρονη πορεία της ΕΛΣ, ούτε βεβαίως στην 25χρονη διαδρομή του Μεγάρου Μουσικής, συνιστούν κομμάτι του συνολικού, χρονίζοντος προβλήματος πολιτιστικού αυτοκαθορισμού του Ελληνα.

Μια εκ προθέσεως εχθρική καρικατούρα

Μουσική μεταγραφή και διεύθυνση (Μιχάλης Παπαπέτρος), διανομή, χρήση βίντεο (Στάθης Αθανασίου) και σκηνικά/ κοστούμια (Πέτρος Τουλούδης) συνέκλιναν τέλεια, υπηρετώντας με άριστη συνέπεια την ενιαία, σαφούς στόχευσης σκηνοθετική σύλληψη της Χατζηαντωνίου.

Είτε με πρόφαση είτε με αληθινή αιτία την οικονομική στενότητα, η υποτίθεται ανατρεπτική, επιτηδευμένα «φτωχική» παραγωγή λειτούργησε μουσικά και σκηνικά ως βάναυση επίθεση σε κάθε συνιστώσα της «Φροσύνης», καταργώντας τη ρομαντική μουσική αισθητική και υπονομεύοντας το εθνικό ιδεολογικό φορτίο του πρωτοτύπου.

Η μουσική μεταγραφή για πέντε όργανα (βιόλα, κιθάρα, κοντραμπάσο, μπαγιάν, σαξόφωνο) λειτούργησε εχθρικά και συνειδητά ενάντια στην ειδοποιό, συμβατική μεν, αλλά «υψηλή» αισθητική της αυθεντικής γραφής και έπληξε καίρια τη μουσική γλώσσα του ρομαντισμού, υπονοώντας ότι αυτή είναι άκυρη και ξεπερασμένη.

Ορχηστρικός ήχος, ηχοχρωματικό φάσμα, μελωδική ρητορική και δυναμικές της πρωτότυπης παρτιτούρας διαγράφηκαν.

Οσον αφορά το φωνητικό μέρος, η επιλογή τραγουδιστών με φωνές απαγορευτικά ρηχές, μικρότερες και ελαφρύτερες από αυτές που υπαγορεύει η γραφή του Καρρέρ, είχε αποτέλεσμα το τραγούδι -ο μείζων φορέας «νοήματος» στην όπερα- να ηχήσει ως απογοητευτικά χλομός έως συχνά ευτελής/γελοιο(γραφικό)ς απόηχος του πρωτοτύπου, διαλύοντας τις δυναμικές ισορροπίες και την απήχηση των χαρακτήρων, ακυρώνοντας κάθε ευγένεια της γραφής.

Παράλληλα, μέσω αντιστροφής, υπερβολής, ευτελισμού και γελοιοποίησης, η σκηνοθεσία αντιμετώπισε την όπερα του Καρρέρ ως έργο κυνικού μουσικού θεάτρου και ξερίζωσε την υπόθεση από το καθοριστικό χωροχρονικό ιστορικό της πλαίσιο, σχολιάζοντάς την βάναυσα και χλευαστικά ως εάν να ήταν σημερινή.

Το απο-εξιδανικευτικό, δήθεν αντισυμβατικό, α λα καμπαρέ σκηνικό θέαμα κατάργησε κάθε στεγανό και πρόφαση ιλουζιονιστικής εικαστικής αφήγησης, ενώνοντας παρασκήνια, σκηνή, δράση και σκηνική μηχανή.

Για όποιον ακούει/σέβεται/αγαπά την όπερα ως μείζονα φορέα πολιτιστικών/ιδεολογικών αξιών του δυτικού πολιτισμού, η παράσταση ήταν ατελείωτο μαρτύριο. Τελικά τι υπηρετεί, ποιον ωφελεί και ποιος χρειάζεται κάτι τέτοιο; Και τι νόημα έχει μια «αποκαθήλωση» όταν εφαρμόζεται σε ένα έργο που κανείς ζωντανός Ελληνας δεν έχει δει ή ακούσει επί σκηνής;

Οπερες όπως η «Φροσύνη», παρουσιασμένες με σεβασμό στην αυθεντική τους υπόσταση (και δεν εννοώ «παραδοσιακά»), μας χρειάζονται: θυμίζουν τις ιστορικές ρίζες μας, εξηγούν από πού ερχόμαστε και πώς γίναμε αυτοί που είμαστε.