Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τέλος δεν έχει η ακολουθία συναυλιών εθνικοσχολικής και ρομαντικής θεματικής, που με περισσό ζήλο προτείνει φέτος η ΚΟΑ. Ασφαλώς δεν είναι κακό να ακούμε το ρεπερτόριο σερβιρισμένο με τέτοιο «διδακτικό» αμπαλάρισμα, όμως ας ληφθεί υπ’ όψιν ότι υπάρχουν ουκ ολίγοι… ενηλικιωμένοι φιλόμουσοι που περιμένουν -και δικαιούνται- να ακούσουν κάτι παραπάνω, κάτι πιο ψαγμένο, πιο σύγχρονο, κάτι «εκτός της πεπατημένης». Παλιά η ένσταση, γνωστές οι απαντήσεις/προφάσεις, όμως καταντά κουραστικό όποτε αλλάζει καλλιτεχνικός διευθυντής να ξαναρχίζουμε από το μηδέν…

Αυτών λεχθέντων, η πιο πρόσφατη συναυλία της ΚΟΑ στο Μέγαρο Μουσικής υπό τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Στέφανο Τσιαλή άφησε γενικώς αδιάφορες εντυπώσεις (10/12/2014, Αίθουσα Τριάντη). Στο επίκεντρο της συναυλίας ήταν η συμμετοχή του διάσημου πιανίστα Πιερ-Λοράν Αϊμάρ. Ο 57χρονος Γάλλος σολίστας ερμήνευσε το «Κοντσέρτο για πιάνο» του Ντβόρζακ. Κατά γενική ομολογία πρόκειται για ένα από τα λιγότερο ενδιαφέροντα έργα του Τσέχου συνθέτη και του ρομαντισμού γενικώς, κυρίως λόγω του μάλλον αδιάφορου πιανιστικού μέρους του που ουδέποτε κατορθώνει να «γράψει» στη μνήμη του ακροατή˙ ένθεν σπάνια παρουσιάζεται. Ο Αϊμάρ πρόσφερε μια θαυμάσια, άρτια προετοιμασμένη ανάγνωση, αξιοποιώντας στο μέγιστο τις καλοζυγιασμένες μεταπτώσεις από σοπενικού λυρισμού λυρικές στιγμές σε α λα Λιστ εξάρσεις δυναμικής αναμέτρησης με την ορχήστρα.

Η βραδιά ξεκίνησε με το δημοφιλέστατο συμφωνικό ποίημα «Ο Μολδαύας» του Σμέτανα και ολοκληρώθηκε με τη «Συμφωνία αρ.1, Χειμωνιάτικα όνειρα» του Τσαϊκόφσκι. Αμφότερα, όπως και η ορχηστρική συνοδεία στο κοντσέρτο του Ντβόρζακ, δόθηκαν στρωτά, με φροντισμένο ξετύλιγμα της μελωδίας, σωστά αρθρωμένο ρυθμικό στοιχείο και δυναμικές κορυφώσεις υπολογισμένες με θεατρικό ένστικτο. Ωστόσο συνολικά οι ερμηνείες άφησαν μιαν ελαφρώς απογοητευτική αίσθηση γενικόλογης αντιμετώπισης καθώς δεν διέθεταν σαφήνεια στην απόδοση του χαρακτήρα εκάστου έργου, ούτε βάθος επεξεργασίας λεπτομέρειας, ούτε το βάρος και τις ποιότητες συναισθήματος που θα τις απογείωναν «βοηθώντας» έτσι αποφασιστικά αμφότερα τα μεγάλα έργα της βραδιάς.