Σύγχρονος του Θεοτοκόπουλου και του Μοντεβέρντι, ο Ουίλιαμ Σέξπιρ (1564-1616) υπήρξε ο κορυφαίος θεατρικός συγγραφέας της ελισαβετιανής Αγγλίας.
Στις 23 Απριλίου συμπληρώθηκαν 400 χρόνια από τον θάνατό του.
Στις μέρες μας τα έργα του είναι αγαπητά σε όλο τον κόσμο, εντός και εκτός των στενών -γεωγραφικών, γλωσσικών και πολιτισμικών- ορίων της Δύσης.
Καθημερινά, θίασοι τα ανεβάζουν σε γλώσσες που ο ίδιος θα αγνοούσε και σε μέρη που δύσκολα θα εντόπιζε στους χάρτες της εποχής του.
Ωστόσο, άρχισαν να γίνονται γνωστά στην ηπειρωτική Ευρώπη μόλις γύρω στα 1800, μέσα από έντυπες εκδόσεις μεταφράσεων ή, ζωντανά, μέσα από παραστάσεις που δίδονταν σε μετάφραση ή στο πρωτότυπο από περιοδεύοντες αγγλικούς θιάσους.
Οπερες βασισμένες σε χαλαρά διασκευασμένα δράματα του Σέξπιρ γράφονταν ήδη από τον 18ο αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 19ου: λαμπρό παράδειγμα ο «Οθέλος» του Ροσίνι, όπερα-σταθμός στην εξέλιξη του είδους.
Καθώς ο Μότσαρτ και ο Μπετόβεν προσπέρασαν τελείως τον Σέξπιρ, η μακρά ακολουθία από σεξπιρικές όπερες, που καθιερώθηκαν στο ρεπερτόριο, ξεκινά με την αυγή του Ρομαντισμού και τη μεταμόρφωση των ευρωπαϊκών κοινωνιών μετά τη Γαλλική Επανάσταση.
Ενας αναλυτικός κατάλογος θα γέμιζε αναρίθμητες σελίδες: στην έκδοση του 1992, το λεξικό «Γκρόουβ» παρέθετε 391 σκηνικά μουσικά έργα –κυρίως όπερες- βασισμένα σε έργα του βάρδου˙ σήμερα, ο κατάλογος ασφαλώς θα ξεπερνά τα 400!
Τα ερεθίσματα έρχονται από θεατρικές παραστάσεις. Η θεατρική δριμύτητα, η υποβλητική ατμόσφαιρα, η δαιδαλώδης πλοκή των σεξπιρικών δραμάτων αλλά και η στενή συνάφεια θεάτρου πρόζας και όπερας -συχνά τα δύο στεγάζονταν στις ίδιες σκηνές- θα οδηγήσουν σε μια ενδιαφέρουσα επικονίαση που θα δώσει συναρπαστικούς καρπούς.
Αυτό που έλκει ακατανίκητα τους συνθέτες είναι, βεβαίως, οι δυνατοί χαρακτήρες και η γεμάτη ένταση και ανατροπές δραματική πλοκή των έργων του, συστατικά τα οποία «μεταφράζουν» σε μουσική, συμπυκνώνοντας λόγο και δράση στα απαραίτητα.
Ο ροσίνειος Οθέλος, ο βερντιανός Μάκμπεθ, ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα του Γκουνό αποτείνονται με διαφορετικό τρόπο και γλώσσα στο κοινό της όπερας απ’ ό,τι οι ομώνυμοι ήρωες στο θέατρο.
Ενθεν οι ενστάσεις για το πόσο απέχουν τα λιμπρέτα από το πρωτότυπο είναι συχνά άνευ νοήματος.
Γύρω στο 1830, παράσταση αγγλικού θιάσου στο Παρίσι εντυπωσίασε τον νεαρό Μπερλιόζ «σαν χτύπημα κεραυνού», ωθώντας τον στη σύνθεση έργων όπως η δραματική συμφωνία «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» και η όπερα «Βεατρίκη και Βενέδικτος», βασισμένη στο «Πολύ κακό για το τίποτα».
Λάτρης του Σέξπιρ παρ’ ότι δεν διάβαζε αγγλικά, ο Βέρντι συνεργάστηκε με κορυφαίους λιμπρετίστες, ολοκληρώνοντας τρεις σεξπιρικές όπερες –«Μάκμπεθ», «Οθέλο» και «Φάλσταφ»– ενώ σχέδια για σύνθεση λυρικών έργων επάνω στα δράματα «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», «Αμλετ», «Τρικυμία» και «Βασιλιάς Λιρ» δεν υλοποιήθηκαν.
Στον «Φάλσταφ» βάσισαν όπερές τους οι Σαλιέρι, Οτο Νικολάι και Βον Γουίλιαμς, το «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» ενέπνευσε τους Πέρσελ και Μπρίτεν, «Η τρικυμία» τον Φρανκ Μαρτέν, ο «Αμλετ» τον Αμπρουάζ Τομά, ενώ ο νεαρός Βάγκνερ συνέθεσε την «Απαγόρευση του έρωτα» πατώντας στο «Με το ίδιο μέτρο».
Στα νεότερα χρόνια, ο Αμερικανός Σάμιουελ Μπάρμπερ συνέθεσε έναν αποτυχημένο «Αντώνιο και Κλεοπάτρα» για τα εγκαίνια της νέας ΜΕΤ, ο Φινλανδός Σάλινεν και ο Γερμανός Ράιμαν από ένα «Βασιλιά Λιρ» και ο Τόμας Αντες, σημερινό «κακό παιδί» της αγγλικής όπερας, μια συναρπαστική «Τρικυμία», την οποία είδαμε πέρυσι σε ζωντανή, διαδικτυακή αναμετάδοση από τη MET.
Τους σεξπιρικούς ήρωες σε οπερατική μετενσάρκωση ζωντάνεψαν όλοι οι μεγάλοι τραγουδιστές των τελευταίων 200 ετών: από τους «μεγάλους» του 19ου αιώνα ώς τον Καρούζο και από την Κάλλας, τον Μάριο ντελ Μόνακο, τη Ρίζανεκ και τον Βίκερς μέχρι τον Ντομίνγκο, τον Χοσέ Κούρα και τη Ρενέ Φλέμινγκ.
Η σύνθεση μουσικής για συνοδεία θεατρικών παραστάσεων εμπλούτισε το συμφωνικό ρεπερτόριο με αριστουργήματα όπως το «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Μέντελσον, που χάρισε στους μελλόνυμφους κάθε εποχής το περίφημο «Γαμήλιο εμβατήριο», και «Η τρικυμία» του Σιμπέλιους, ενώ συνθέτες όπως ο Τσαϊκόφσκι συνέθεσαν ουκ ολίγα συμφωνικά ποιήματα σεξπιρικής θεματολογίας.
Στο πεδίο του μπαλέτου το κάλεσμα της σεξπιρικής δραματουργίας οδήγησε στη δημιουργία έργων όπως «Το όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» σε χορογραφίες του Μπαλανσίν αλλά και του Νοϊμάγερ, και «Η παβάνα του Μαυριτανού» του Χοσέ Λιμόν.
Αξεπέραστο αριστούργημα αποδείχτηκε το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» σε μουσική Προκόφιεφ, που χορογραφήθηκε επανειλημμένα από τους Λαβρόφσκι, Κράνκο, Μακμίλαν, Τζανέλα κ.ά.
Τέλος, σεξπιρικά έργα κρύβονται ακόμη και πίσω από δημοφιλή μιούζικαλ που έχουν σπάσει ταμεία.
Το αθάνατο «Ουέστ Σάιντ Στόρι» (1957/61) του Λέοναρντ Μπέρνσταϊν βασίστηκε στο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» μεταφέροντας τη δράση στον περιθωριακό μικρόκοσμο των νεανικών συμμοριών της Νέας Υόρκης του ‘50, το διάσημο «Φίλησέ με, Καίτη» του Κόουλ Πόρτερ είναι διασκευή του «Οπως σας αρέσει» και, λίγο παλιότερα, το μιούζικαλ «Τα παιδιά απ’ τις Συρακούσες» των Ρότζερς και Χαρτ βασίζεται στην «Κωμωδία των λαθών».
