Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, η νοτιοαφρικανική θεατρική ομάδα «Third word bun-fight» («Τριτοκοσμικό φαγοπότι») παρουσίασε τον «Μάκβεθ» του Βέρντι σε δραστική μουσικοθεατρική μετάπλαση από τον λευκό Νοτιοαφρικανό σκηνοθέτη Μπρετ Μπέιλι.
Πρόκειται για μια πρόταση που φανερώνει τη θαυμαστή αντοχή και το βεληνεκές απήχησης της σεξπιρικής κληρονομιάς στο παγκοσμιοποιημένο παρόν και, ταυτόχρονα, λειτουργεί με δριμύτητα ως ανάποδος καθρέφτης, προτάσσοντας τη μέχρι σήμερα αποσιωπημένη αφρικανική οπτική για τη σκοτεινή, ύστερη μετα-αποικιοκρατική πραγματικότητα της Μαύρης Ηπείρου.
Το όλον ήταν διεθνής συμπαραγωγή στην οποία συμμετείχαν μείζονες πολιτιστικοί θεσμοί από Βέλγιο, Αυστρία, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Νότια Αφρική. Η δίωρης διάρκειας παραγωγή παρουσιάζεται ανά τον κόσμο σε διαδοχικά εξελισσόμενες μορφές ήδη από το 2001 και, σήμερα πλέον, εντοπίζεται εύκολα αναρτημένη ολόκληρη στο Διαδίκτυο.
Η παράσταση στη –φευ!- σχεδόν άδεια αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» του κρατικού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών άφησε άριστες, πνευματικά διεγερτικές, συγκινησιακά δυνατές εντυπώσεις (23/7/2016).
Γεννημένος στο Κέιπ Τάουν ο 49χρονος Μπρετ Μπέιλι έκανε τακτικές σπουδές στο δυτικό θέατρο και την Αγγλική Φιλολογία. Συνέχισε με μακρόχρονες μαθητείες σε θεατρικές και τελετουργικές πρακτικές των έγχρωμων αστικών και αγροτικών κοινοτήτων της Νότιας Αφρικής, μέσα από τις οποίες βίωσε τις πιο στοιχειώδεις, πρωτεϊκές πηγές της θεατρικής πράξης.
Ανθρωπος με οξεία πολιτική συνείδηση, ενδιαφέρθηκε να κατανοήσει σε βάθος τις περίπλοκες καταστάσεις του πρόσφατου μετα-αποικιοκρατικού παρόντος στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (Ζαΐρ/Κονγκό-Κινσάσα).
Μέχρι σήμερα πανίσχυρα διεθνή αλλά και εγχώρια οικονομικά συμφέροντα εκμεταλλεύονται ασύστολα τον σπάνιο ορυκτό πλούτο της χώρας αυτής, προκαλούν γενοκτονίες, συντηρούν συνθήκες εμφυλίου πολέμου με εκατομμύρια νεκρών και ασκούν εξαθλιωτική καταπίεση στους πληθυσμούς.
Με εργαλείο την αμφίπλευρη θεατρική του εμπειρία και στόχο τη διεθνή καταγγελία των καταστάσεων αυτών ο Μπέιλι δημιούργησε από το 1999 σειρά ριζοσπαστικών, εξαιρετικά επιτυχημένων παραγωγών, στις οποίες συνδυάζει δυναμικά στοιχεία δυτικού θεάτρου και σύγχρονων αφρικανικών θεατρικών δρώμενων, ενώ συνεργάζεται με έγχρωμους, γηγενείς ηθοποιούς, αρκετοί εκ των οποίων έχουν υπάρξει αυτόπτες μάρτυρες και θύματα των γεγονότων.
Οι περισσότερες παραγωγές του έχουν επανειλημμένα βραβευτεί και παρουσιαστεί σε περιοδείες ανά τον κόσμο.
Τριπλό δραματουργικό παλίμψηστο
Ο «Μάκβεθ» του Μπέιλι λειτουργεί ως συναρπαστικά πολλαπλό παλίμψηστο, καθώς βυθίζει αδίστακτα ένα ευγενές ιστορικό αριστούργημα της ευρωπαϊκής τέχνης στην πιο τραχιά, σκοτεινή και ακατέργαστη ενέργεια της ανθρώπινης αθλιότητας, και δη στην αγριότερη, σύγχρονη εξωευρωπαϊκή εκδοχή.
Σκηνική και μουσική μετάπλαση/μεταγραφή ήσαν υψηλού επιπέδου, φανερώνοντας μια παραγωγή αξιώσεων.
Με τη βοήθεια του Βέλγου συνθέτη-διασκευαστή Φαμπρίτσιο Κάσολ ο Μπέιλι ξανααφηγείται την κατά Βέρντι/Πιάβε οπερατική μετάπλαση της σεξπιρικής ιστορίας χρησιμοποιώντας στιλιζαρισμένα κομμάτια σκληρής ιστορικής πραγματικότητας που εγγράφουν τον «Μάκβεθ» στα πολιτικά και οπτικά συμφραζόμενα του σημερινού Κονγκό.
Ο σκοτεινός σκηνικός χώρος χωρίζεται τελετουργικά σε τρία μέρη: αριστερά ο επταμελής χορός, δεξιά η ορχήστρα και στη μέση το πεδίο δράσης επί υψωμένου βάθρου με φόντο ορθογώνια οθόνη προβολών.
Ο Μάκβεθ και το σινάφι του φορούν στολές Αφρικανών παραστρατιωτικών, επικρατούν μιλιταριστική υστερία, άκρατη υπεροψία της δύναμης και του πλούτου, επιδεικτική άσκηση της βίας, υφέρπουσα λαγνεία.
Η υπερφιλόδοξη, άγονη Λαίδη επιδεικνύει εφιαλτική κακογουστιά μεγεθυσμένη από νεοπλουτίστικη απληστία, η δράση αναδίδει ηθικό ζόφο, πρωτόγονο τρόμο, ακατέργαστη σπαρακτική οδύνη.
Μονωδοί και χορωδοί τραγούδησαν το πρωτότυπο ιταλικό κείμενο, ωστόσο ο Μπέιλι άλλαξε σκόπιμα τους υπέρτιτλους σε αγοραία αγγλικά (που μεταφράζονταν εύστοχα σε αντιστοίχως αγοραία ελληνικά), προβάλλοντας την ωμότητα και την ηθική ευτέλεια των χαρακτήρων.
Ως μάγισσες τρεις γυναίκες θύματα της παραστρατιωτικής βίας προλέγουν το μέλλον στον Μάκβεθ και, ταυτόχρονα, μιλούν για τα σημερινά δεινά του Κονγκό.
Η δράση στηριζόταν αδιάλειπτα από προβολές με άψογα συντονισμένα, φροντισμένα γραφικά (Ρότζερ Ουίλιαμς) αφρικανικής εικονογραφίας: σχέδια με ζωηρά πλακάτα χρώματα, εμβλήματα εταιρειών και χρήματος, φωτογραφίες, 2D ή 2,5D animation κ.λπ.
Οι προβολές όριζαν τόπους και καταστάσεις, υπομνημάτιζαν πολιτικά και νοηματοδοτούσαν καίρια όσα συνέβαιναν επί σκηνής. Τέλος, αφαιρετικά χορογραφημένη κίνηση –αντλημένη από το αφρικανικό κινησιολογικό ρεπερτόριο- προσέδιδε στη δράση τραχιά τελετουργική διάσταση.
Σε μουσικό επίπεδο, ο Κάσολ κανιβαλίζει με ευφυή ασέβεια τον Βέρντι: συντέμνει και συμπυκνώνει τη δράση, αλλά κρατά από αυτόν τα εκφραστικά ψαχνά της μελωδικής ρητορείας και τις μουσικές μορφές –χορωδιακά, άριες, αριόζι, ορχηστρικά- ντύνοντάς τα με υβριδικού χαρακτήρα ενορχήστρωση που κινείται υφολογικά από το περιπετειώδες soundtrack για ταινία τρόμου έως τον «πρωτόγονο» αφρικανικό ήχο.
Τις φωνητικές παρτιτούρες απέδωσαν ακμαίοι μαύροι τραγουδιστές με τακτική ωδειακή παιδεία και ωραίες, υγιείς, μεστές φωνές, ικανοί και έτοιμοι να ελιχθούν με ασφάλεια σε ποικίλους στιλιστικούς παράδρομους.
Το συνολικό αποτέλεσμα ήταν ένα έντεχνο διαπολιτισμικό μουσικό «jam session» στο οποίο εισβάλλουν ενίοτε ακατέργαστοι αφρικανικοί ρυθμοί για να «απορροφηθούν» στη συνέχεια στη μουσική του Βέρντι.
Το ορχηστρικό μέρος της μουσικής απέδωσε άριστα η εξαιρετική δωδεκαμελής διαβαλκανική «No borders orchestra» (= «Ορχήστρα δίχως σύνορα») υπό τον Σέρβο αρχιμουσικό και ιδρυτή της Πρεμίλ Πέτροβιτς.
Μια συναρπαστικά καλοδουλεμένη παραγωγή, ανησυχητικό παράδειγμα τού τι τρομακτικά, σύγχρονα υβρίδια μπορεί να γεννήσουν οι ευφυώς «ασεβείς» -πλην γόνιμες!- συνευρέσεις στην ανθεκτική τέχνη της όπερας.
