Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 5/7/2016, η ΚΟΑ υπό τον αρχιμουσικό Φρανκ Στρόμπελ έδωσε στο μισογεμάτο Ηρώδειο τη δεύτερη από τις συνολικά τρεις συναυλίες της με τις οποίες συμμετέχει στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών, καλύπτοντας –υποτίθεται– το πεδίο της κλασικής μουσικής.

Επενδύοντας σε έναν τομέα τελείως εκτός των αρμοδιοτήτων της –υπάρχουν άλλα κρατικά σύνολα πιο αρμόδια και πολύ καταλληλότερα γι’ αυτό– η πρώτη ορχήστρα της χώρας έπαιξε σουίτες και αποσπάσματα από μουσικές του Νίνο Ρότα (1911-1979) για τις δημιουργίες του Φεντερίκο Φελίνι (1920-1993).

Η συναυλία συνοδεύτηκε από προβολή φωτογραφικού υλικού και εκτενών αποσπασμάτων από κινηματογραφικές ταινίες.

Ηταν μια μερικώς ενδιαφέρουσα, αλλά τελικώς αμήχανη και κουραστική συναυλία, στην οποία ο φιλόμουσος ακροατής παλινδρομούσε ανάμεσα στο να ακούει μουσικές δίχως νόημα (αφού παρακολουθούσε soundtracks δίχως αντίστοιχη δράση/εικόνα) και το να βλέπει κινηματογραφικά σπαράγματα, επίσης δίχως νόημα (αφού έβλεπε μόνον όσο αντιστοιχούσε στο ζωντανό soundtrack που άκουγε).

Προϊόν εμμονής των διοργανωτών, που τελικά αγνοούν τόσο τον φιλόμουσο, όσο και τον κινηματογραφόφιλο, το αποτέλεσμα έμεινε μετέωρο παρ’ ότι φάνηκε να ικανοποίησε μέρος του ακροατηρίου που είχε γεμίσει τουλάχιστον το μισό Ηρώδειο.

Η παραγωγή σύνθετων εκδηλώσεων, που συνδυάζουν μουσική και κινηματογράφο, είναι γνωστή, ωραία, ώριμη ιδέα. Παλαιότερα είχαμε παρακολουθήσει στο Μέγαρο Μουσικής πολλές ιστορικές ταινίες του βωβού κινηματογράφου με ζωντανή εκτέλεση του αυθεντικού τους soundtrack ή σύγχρονη, αυτοσχεδιαστική συνοδεία.

Ομοίως, πιο πρόσφατα, απολαύσαμε τον βωβό «Χρυσοθήρα» του Τσάρλι Τσάπλιν (ΚΟΑ, Ηρώδειο, 2014), καθώς επίσης διάσημα κινούμενα σχέδια του βωβού με ζωντανή μουσική συνοδεία από τον Μηνά Αλεξιάδη («Τρένο στο Ρουφ», 2013), την «Primadonna» του Ρούφους Γουέινραϊτ (ΚΟΑ, Ηρώδειο, 2015) κ.ο.κ.

Είναι σαφές ότι η ιδέα αυτή λειτουργεί σωστά μόνον ως συμπαγής αισθητική πρόταση και όχι ως εμβαλωματικό κολάζ. Αντίθετα, ένα σοβαρό μουσικό σύνολο όπως η ΚΟΑ –τουλάχιστον μέχρι ο κύριος Τσιαλής να την υποβιβάσει σε ορχήστρα ποικίλης μουσικής– θα μπορούσε κάλλιστα να προσφέρει «ζωντανά» τα θρυλικά, αποκατεστημένα συμφωνικά soundtracks που συνέθεσε ο Προκόφιεφ για τον «Αλέξανδρο Νιέφσκι» και τον «Ιβάν τον Τρομερό» του Αϊζενστάιν. Αυτά, όμως, φαίνεται ότι είναι «ψιλά γράμματα»…

Τέλος, ας λάβει σοβαρά υπ’ όψη του ο κύριος Τσιαλής και το εξής. Δεν υπάρχει μόνον το πλατύ (πόσο πλατύ άραγε;) κοινό που, κατά την αντίληψή του, είναι παραλήπτης των προγραμμάτων τύπου «popular classics», με τα οποία μας κάνει πλύση εγκεφάλου τα τελευταία χρόνια.

Τόσον οι μέχρις καταχρήσεως χιλιοπαιγμένοι «popular classics», όσον και η προτίμηση στα soundtracks αφορούν σαφώς συγκεκριμένη αν όχι τελείως διαφορετικών προτιμήσεων μερίδα κοινού την οποία ουδείς υποτιμά˙ «περί ορέξεως ουδείς λόγος» που έλεγαν ως σοφοί πραγματιστές οι Λατίνοι.

Αποτελούν, όμως, ρεπερτόριο άλλου τύπου συνόλων. Ας διεκδικήσει, λοιπόν, ο κύριος Τσιαλής θέση αρχιμουσικού σε κάποιο από αυτά και ας αφήσει την ΚΟΑ στα χέρια άλλων, πιο αρμόδιων.

Υπάρχουν, επίσης πάρα πολλοί, αδρά φορολογούμενοι, μορφωμένοι φιλόμουσοι –και δεν εννοώ το κοινό των βορείων προαστίων που ούτως ή άλλως περιφρονεί τις συναυλίες της ΚΟΑ– που είναι έτοιμοι, δικαιούνται και περιμένουν να ακούσουν και κάτι περισσότερο.

Εάν η ΚΟΑ έδινε κανονικούς αριθμούς συναυλιών, με κανονικό, ισορροπημένο κλασικό ρεπερτόριο, ουδείς θα ενοχλείτο με τα καλοπροαίρετα λαϊκίστικα ανοίγματα προς άλλα πεδία. Ομως, οι «τρύπες» στο βασικό ρεπερτόριο μεγαλώνουν επικίνδυνα την τελευταία διετία…

Ξανακούγοντας Ρότα, ξαναβλέποντας Φελίνι

Για να μη μείνουμε, ωστόσο, με την γκρίνια ας προσθέσουμε ότι η συγκεντρωτική παρακολούθηση των soundtracks του Νίνο Ρότα παράλληλα προς τα προβαλλόμενα σπαράγματα ταινιών προσέλαβε διαφορετικό ενδιαφέρον και γέννησε και άλλες σκέψεις/διαπιστώσεις, άσχετες προς τις προθέσεις αυτών που προγραμμάτισαν τη βραδιά.

Αφ’ ενός, ως ρετροσπεκτίβα των θεμάτων που απασχόλησαν διαχρονικά τον Φελίνι, φώτισε την ένταση, τη γραμμική συνέπεια και τη συνεκτικότητα με την οποία ανασυγκροτήθηκε η κοινωνικοπολιτική ζωή στη μεταπολεμική Ιταλία.

Και αφ’ ετέρου, μέσα από τις αριστουργηματικά ευφυείς και καλογραμμένες κινηματογραφικές μουσικές του Ρότα αφουγκράζεται κανείς ένα συνθέτη που εξελίσσεται σε συνεχή, ζωντανή σχέση τόσο με το βαρύ μουσικό παρελθόν της χώρας του όσο και με το διεθνές μουσικό γίγνεσθαι.

Πίσω από τις ανάλαφρες, άριστα υποστηρικτικές της εικόνας μουσικές ακούγονταν ο Ροσίνι, η τζαζ, ο Στραβίνσκι, ο Προκόφιεφ, ο γερμανικός μεσοπόλεμος διαμεσολαβημένος από το Χόλιγουντ, το λαϊκό τραγούδι…

ΥΓ.: Προϊόν δυσεξήγητης αδιαφορίας -ή απλώς αβλεψίας;- ήταν ότι μέρος του οπτικού υλικού προβαλλόταν παραμορφωμένο, δηλαδή στρετσαρισμένο ή συμπιεσμένο κατά πλάτος. Αυτό το απαράδεκτο γεγονός οφειλόταν στις διαφορετικές αναλογίες του αρχικού κινηματογραφικού κάδρου του αυθεντικού υλικού που, δίχως την κατάλληλη τεχνική διαμεσολάβηση, απλώς προσαρμοζόταν αυτόματα για να γεμίζει την οθόνη.

Το αποτέλεσμα ήταν μια εικόνα σαφώς ακαλαίσθητη, που υπονόμευε σοβαρά την εικαστική απόλαυση από τη θέαση των κινηματογραφικών αποσπασμάτων. Δυστυχώς αυτό είναι ένα φαινόμενο, που το βλέπουμε συχνά σε τέτοιου είδους μεικτές προτάσεις. Λίγη ή έστω και αρκετή παραπάνω δουλειά και, κυρίως, υπευθυνότητα στην παραγωγή του ψηφιακού βίντεο θα εξασφάλιζε ένα άριστο αποτέλεσμα.