Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις αρχές Απριλίου, η Ορχήστρα Νέων «Γκούσταβ Μάλερ» υπό τον αρχιμουσικό Νταβίντ Αφκάμ έδωσε στο Μέγαρο Μουσικής δύο συναυλίες (3 & 4/4). Ιδρυμένη από τον Αμπάντο το 1986/87, η ορχήστρα περιέλαβε πολύ νωρίς Aνατολικοευρωπαίους μουσικούς. Σήμερα πια, λειτουργεί ως ενεργό φυτώριο νέων μουσικών απ’ όλη την Ευρώπη, προσφέροντάς τους εκπαίδευση και πείρα υψηλότατου επιπέδου.

Οι αθηναϊκές εμφανίσεις της ξεχώρισαν σαφώς από αυτές συνόλων που είχαν προσκληθεί το προηγούμενο διάστημα αφ’ ενός λόγω της παρουσίας ενός νέου, ταχύτατα ανερχόμενου αρχιμουσικού και αφ’ ετέρου λόγω των προγραμμάτων, όπου κυριαρχούσαν σημαντικά έργα του μεσοπολεμικού και μεταπολεμικού μοντερνισμού, από αυτά που σπάνια έως ουδέποτε παρουσιάζονταν στο ΜΜΑ την περίοδο της αδιαπραγμάτευτης μονοκρατορίας του.

Αναμενόμενα, η προσέλευση κοινού –του «μεγαρικού» αλλά και γενικότερα- υπήρξε αισθητά περιορισμένη, ειδικά στη δεύτερη συναυλία. Παρακολουθήσαμε αμφότερες τις συναυλίες με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αποκομίζοντας γενικώς πολύ καλές εντυπώσεις.

Εκάστη βραδιά ξεκίνησε με ένα μείζον έργο του μεταπολεμικού μοντερνισμού. Στις 3/4 προηγήθηκαν οι μεταντεμπίσειες, ευανάγνωστα μπαρτοκικών καταβολών «Μεταβολές» (1959/64) του Γάλλου Ανρί Ντιτιγιέ, ενώ στις 4/4 το αριστουργηματικό, απόκοσμα υποβλητικό «Λοντάνο» (1967) του Ούγγρου Γκέργκι Λίγκετι.

Αμφοτέρων η γραφή ωθεί ευρηματικά το παιχνίδι αξιοποίησης της ηχοχρωματικής ορχηστρικής παλέτας σε νέα σύνορα. Σε αδιάλειπτη εγρήγορση οι νεαροί μουσικοί χάρισαν στον αρχιμουσικό αναγνώσεις απόλυτης ακρίβειας, αναδεικνύοντας ιδανικά τον ατμοσφαιρικό ηχητικό κόσμο των δύο έργων.

Ειδικά το «Λοντάνο», υποστηριγμένο από τον χυμώδη ήχο του τεράστιου σώματος των εγχόρδων, τα «μυστηριώδη» λιγκέτεια εφέ των ακίνητων ή ανεπαίσθητα ολισθαινουσών αρμονιών ήχησαν με μοναδική σαγήνη.

Τα κέντρα κάθε συναυλίας αφιερώθηκαν στο νεανικό «Κοντσέρτο για βιολί αρ.1» (3/4) και στο ώριμο «Κοντσέρτο για βιολί αρ.2» (4/4) του Μπέλα Μπάρτοκ, τα οποία ερμήνευσε ο Φρανκ Πέτερ Τσίμερμαν, πιθανότατα σε πρώτη παρουσίαση σε προγράμματα του ΜΜΑ. Τις αναγνώσεις του 51χρονου Γερμανού σολίστα χαρακτήρισαν λαμπερός, ορθοτονικά ασφαλής ήχος, κρυστάλλινη άρθρωση με πεντακάθαρους δακτυλισμούς, σαφής και ακριβής φραστική, καλή συνεκτική ροή, αβίαστο δέσιμο με την ορχήστρα.

Στα αργά μέρη αμφοτέρων των κοντσέρτων -το Andante sostenuto του πρώτου και το Andante tranquillo του δεύτερου- το ρευστό, αιθέριο ξετύλιγμα των μοναχικών μονολόγων του βιολιού υπερίπτατο ονειρικά επί του ιμπρεσιονιστικής γραφής τοπίου της ορχηστρικής συνοδείας. Απολύτως συναρπαστικά -άγρια, δυναμικά, με βίαιες βιρτουοζίστικες εξάρσεις- παίχτηκε το μέρος ελεύθερης δεξιοτεχνίας (cadenza) στο δεύτερο κοντσέρτο.

Διατεταγμένη από τον 33χρονο Γερμανό αρχιμουσικό με τρόπο που αναδείκνυε τις ηχοχρωματικές αντιθέσεις, η εντυπωσιακά πολυμελής ορχήστρα ανταποκρίθηκε με άριστη πειθαρχία και αψεγάδιαστο συντονισμό, διασχίζοντας ακόμη και τις πλέον επικίνδυνες, δύσβατα συνωστισμένης γραφής σελίδες της μουσικής με αθλητική ετοιμότητα και ακρίβεια.

Συνολικά αποκόμισε κανείς την εντύπωση μιας τέλεια προετοιμασμένης αλλά κάπως ψυχρής, στεγνής εκτέλεσης. Εκείνο που έλειψε ήσαν οι στρατηγικά διαλεγμένες καταδύσεις στη λεπτομέρεια: οι λεπτές αποχρώσεις δυναμικής στο φινίρισμα της φραστικής, οι προσεκτικά ζυγιασμένες δόσεις συναισθήματος που θα ζέσταιναν τη «δύσκολη» μουσική του Μπάρτοκ, χαρίζοντάς της φυσικότητα και αμεσότητα.

Στις 3/4 η συναυλία ολοκληρώθηκε με τη «Συμφωνία αρ.5» του Μπετόβεν. Το έργο δόθηκε με το ίδιο κολοσσιαίων διαστάσεων σώμα εγχόρδων, με αποτέλεσμα μια αισθητά εκτός ισορροπίας ανάγνωση στην οποία ο υπερμεγέθης ήχος των εγχόρδων κατέπνιγε αυτόν των ξύλινων αλλ’ ακόμη και των χάλκινων πνευστών. Ακριβής, σφριγηλή, δίχως ιδιαίτερη επεξεργασία των λεπτομερειών αλλά με τη δέουσα μαχητική ορμή η γενικόλογα ρομαντική ανάγνωση αγνόησε τις κατακτήσεις της ιστορικής ερμηνευτικής και ήχησε κάπως αδιάφορη.

Στις 4/4/206, η συναυλία ολοκληρώθηκε με τη «Μουσική για έγχορδα, κρουστά και τσελέστα» του Μπάρτοκ. Και πάλι, η εκτέλεση του έργου με βαγκνερικών διαστάσεων ορχήστρα δίχως, όμως, εκπτώσεις στη διαφάνεια και την αθλητική κινητικότητα της φραστικής προσέδωσε στο ακρόαμα μια συναρπαστικά στιβαρή διάσταση, παρ’ ότι –και πάλι- σε βάρος των ηχητικών ισορροπιών.

Φυτώριο νέων ταλέντων

  • Béla Bartόk: 44 Ντούο για δύο βιολιά
  • Sarah & Beborah Nemtanu [DECCA 4788959]

Τα «44 Ντούο για δύο βιολιά, ΒΒ 104» του Μπέλα Μπάρτοκ ανήκουν στο είδος των συνθέσεων στις οποίες συναντιούνται οι αρχαίες ρίζες της παραδοσιακής μουσικής με τα ερεθίσματα του μοντερνισμού. Χωρισμένα σε τέσσερα «βιβλία» με κριτήριο τον αύξοντα βαθμό δυσκολίας, τα πολύ ιδιαίτερα αυτά κομμάτια γράφτηκαν το 1931 ύστερα από παραγγελία του Γερμανού μουσικολόγου, βιολιστή και δασκάλου Εριχ Ντόλφαϊν και προορίζονταν ως μαθητικές ασκήσεις.

Ο Μπάρτοκ ανταποκρίθηκε με ζήλο στην παραγγελία και σε διάρκεια ολίγων εβδομάδων διασκεύασε 44 παραδοσιακά τραγούδια και σκοπούς από Ουγγαρία, Ρουμανία, Σερβία, Σλοβακία, Ρουθηνία, Αραβία και Ουκρανία. Ωστόσο δεν πρόκειται για απλές μεταγραφές αλλά για εμπνευσμένους μουσικούς αναστοχασμούς, στους οποίους συνυφαίνονται ανεπαίσθητα ο αυθεντικός παραδοσιακός ήχος με την ιδιόφωνη γραφή του Ούγγρου συνθέτη.

Τελικά τα «μαθητικά» ντούο αποδείχτηκαν πολύ πιο απαιτητικά στην εκτέλεση και ερμηνεία και, ταυτόχρονα, πιο ψαγμένα αρμονικά. Η προτεινόμενη έκδοση περιλαμβάνει τον πλήρη κύκλο παρουσιασμένο τακτικά, βιβλίο-βιβλίο, κομμάτι-κομμάτι.

Οι Ρουμανο-Γαλλίδες αδελφές βιολίστριες Σάρα και Ντέμπορα Νεμτάνου, κορυφαίες στην Εθνική Ορχήστρα της Γαλλίας και την Ορχήστρα Δωματίου του Παρισιού αντίστοιχα, παίζουν τα 44 ντούο σε βιολιά Γκουαντανίνι (1784) και Μοντανιάνα (1740) με τρόπο που προσδίδει στην ακρόαση ερεθιστικό διανοητικό ενδιαφέρον και συγκίνηση.