Ο Βρετανός συνθέτης Μάικλ Νάιμαν, ένας από τους λίγους Ευρωπαίους μινιμαλιστές, έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό μέσα από τις μουσικές που έγραψε για τις ταινίες του συμπατριώτη του Πίτερ Γκρίνεγουεϊ.
Ωστόσο, ήταν το διάσημο soundtrack για την πολυβραβευμένη ταινία της Τζέιν Κάμπιον «Μαθήματα πιάνου» (1993) που εκτόξευσε τη δημοτικότητά του στα ύψη.
Οπως οι περισσότεροι μινιμαλιστές και μεταμοντέρνοι δημιουργοί, ο Νάιμαν κινείται με δημιουργική άνεση –και εμπνευσμένη αυθάδεια!– στο ενδιάμεσο πεδίο μεταξύ «σοβαρής» και χρηστικής μουσικής, παράγοντας ένα πειστικό, δικό του άκουσμα, που συνδυάζει χαρακτηριστικά από αμφότερες τις πλευρές!
Στη μουσική του επανεφευρίσκει το μπαρόκ, ή μάλλον εφαρμόζει τη συνταγή του με σύγχρονο μουσικό υλικό και ευαισθησίες, παράγοντας ακροάματα επιτηδευμένης απλότητας, παλλόμενα από σωματική ορμή, ευφορία και επαναληπτικούς μηχανιστικούς ρυθμούς, που χτίζουν μεγάλης έντασης κορυφώσεις.
Στην πρόσφατη συναυλία της φερώνυμης μπάντας πνευστών υπό τον ίδιο τον Νάιμαν στο Μέγαρο Μουσικής (5/3/2016) ακούστηκαν επιλεγμένα αποσπάσματα εμβληματικών soundtracks των δεκαετιών ΄80 και ΄90 όπως «Το συμβόλαιο του σχεδιαστή», «ΖΟΟ», «Τα βιβλία του Πρόσπερου» και «Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του και ο εραστής της», ενώ παρουσιάστηκαν και οι συνθέσεις «Οι παρτιτούρες του μουσικολόγου» (2009), «Πόλη του Τουρίνου», και «Χοροί του νερού» (1984/).
Βασισμένα σε υλικό αντλημένο από κομμάτια του αγγλικού κυρίως μπαρόκ, όλα τα κομμάτια είχαν απαρέκκλιτα μινιμαλιστικό χαρακτήρα, κυκλικές μεταπτώσεις διαθέσεων, και τυπικές, αλα-Νάιμαν χυμώδεις μελωδίες.
Αναμενόμενα, η συναυλία στην κατάμεστη αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» είχε βασικά στοιχεία από συναυλία ροκ. Πρώτα απ’ όλα οι μουσικές που ακούσαμε είναι γραμμένες για να παρουσιάζονται ζωντανά μόνο μέσω ηλεκτρικής ενίσχυσης και μεγαφώνων, αφού, μόνο με απλό φυσικό ήχο, τέσσερα έγχορδα προφανώς δεν ακούγονται δίπλα σε επτά χάλκινα πνευστά!
Ο ίδιος ο συνθέτης έπαιζε στο πιάνο (που, παρεμπιπτόντως, επίσης μετά βίας ακουγόταν) και, όπως οι συνθέτες/εκτελεστές του μπαρόκ, διηύθυνε το ακρόαμα.
Η ζωντανή εκτέλεση διέθετε αμεσότητα, ερεθιστική ζωντάνια, αθλητικό σφρίγος και ακραία ανεβασμένη ενέργεια. Ομως, η φιλοξενία της σε μια αίθουσα συναυλιών/όπερας με ακουστική κατάλληλη για φυσικό ήχο είχε αποτέλεσμα το υπερβολικό «μπούκωμα», την παραμόρφωση των ηχοχρωμάτων και τα εν τέλει ενοχλητικά ντεσιμπέλ μιας ρόκ συναυλίας.
Δεν ξέρω αν οι φανατικοί φίλοι της μουσικής του Νάιμαν τη χάρηκαν ανεπιφύλακτα, ενδίδοντας στην υπνωτική σαγήνη του «minimal» και στο «hype» του ακροάματος˙ εγώ άντεξα έως το διάλειμμα…
