Ο σκεπτικός Πόντιος Πιλάτος στον «Τελευταίο πειρασμό» του Σκορσέζε, ο βρικόλακας που γλυκοκοιτούσε τη Σούζαν Σάραντον και ήθελε να της πιει το αίμα στο «Αίμα και πάθος», ο Νίκολα Τέσλα στο «The Prestige», ο απόκοσμος εξωγήινος στον «Ανθρωπο που έπεσε στη Γη» αλλά κι εκείνος που αρνήθηκε να παίξει τον ρόλο του Μάξ Ζόριν στο Τζέιμς Μποντ «A View to a Kill».
Ο Ντέιβιντ Μπόουι υπήρξε λαμπερός, τολμηρός και εκλεκτικός και στις κινηματογραφικές του επιδόσεις. Δεν έκανε περάσματα όπως πάμπολλοι συνάδελφοί του (από τον Σινάτρα ώς τη Μαντόνα), αλλά προσπαθούσε να πείσει πως κάθε ρόλος είναι ακόμα ένα προσωπικό του καλλιτεχνικό πείραμα.

Ο Βρετανός καλλιτέχνης δεν ήταν μόνο ο άνθρωπος που ήξερε όσο λίγοι να μεταλλάσσει την εικόνα του, να ισορροπεί πάνω στο μαχαίρι της δημοσιότητας, να δημιουργεί εικόνες φιλοτεχνώντας έργα τέχνης εν είδει ψυχοθεραπείας. Ηξερε να παίζει καλά το παιχνίδι μπροστά και πίσω από την κάμερα.
Κι αυτή η απίστευτη ικανότητά του να μπαίνει και να βγαίνει από το σώμα του ήταν που τον έκανε ιδιοφυή και στους κινηματογραφικούς του ρόλους. Με την αδιανόητη δίψα και φαντασία που πειραματίστηκε στη μουσική, στη σεξουαλική του ζωή, στις μεταμορφώσεις έψαξε και την κινηματογραφική του ταυτότητα.
O βιογράφος του Ντέιβιντ Μπάκλεϊ ήξερε πόσο χαρισματικός ήταν ο κύριος που προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει μέσα από τα βιβλία του. «Η συμβολή του Μπόουι στην ποπ μουσική και κουλτούρα ήταν ουσιώδης διότι καθορίστηκε από την εξαιρετική του ικανότητα να αναλύει τα πράγματα και να βρίσκει ιδέες που ήταν εκτός της mainstream τέχνης, λογοτεχνίας, θεάτρου και κινηματογράφου και να τις ενσωματώνει στην τέχνη του.
Αυτός ήταν ο τρόπος του να αλλάζει την ποπ συνεχώς. Ενα μόνο πρόσωπο οδήγησε το γκλαμ ροκ σε ανυπολόγιστα ύψη. Καθιέρωσε τον όρο της περσόνας παντρεύοντας τη μουσική με τη θεατρικότητα». Με αυτό το ατσάλινο προσόν κινήθηκε και στα κινηματογραφικά στούντιο.

Η πρώτη του παρουσία σε φιλμ ήταν το 1967 σε μια μικρού μήκους ταινία με τίτλο «The image», η οποία είναι από τις ελάχιστες μικρού μήκους που χαρακτηρίστηκαν «αυστηρώς ακατάλληλη» λόγω του εξαιρετικά βίαιου περιεχομένου της. Ο Μπόουι κυκλοφορούσε εκείνο το διάστημα τον πρώτο του δίσκο και διψούσε να κατακτήσει το σύμπαν.
Ενδεχομένως τα κατάφερε λίγο πιο μετά, το 1976 (στο απόγειο του γκλαμ ροκ), με έναν ρόλο διαστημικό σαν τον ίδιο: η ταινία «Ο άνθρωπος που έπεσε στη Γη» του Νίκολας Ρεγκ (βασισμένη στο βιβλίο του Γουόλτερ Τέβις).
Υπήρχε άραγε ιδανικότερος ηθοποιός από εκείνον για να ερμηνεύσει τον εξωγήινο Τόμας Τζερόμ Νιούτον, που έπεσε στη Γη, φιλοδοξώντας να βρει και να μεταφέρει νερό στον πλανήτη του που υποφέρει από ξηρασία.
Ούτε όμως και η Μάρλεν Ντίτριχ μπορούσε να βρει ιδανικότερο παρτενέρ για να γράψει το κινηματογραφικό φινάλε της. Το έκανε, το 1978, παρέα με τον Μπόουι -που εκείνο το διάστημα είχε προσχωρήσει στη βερολινέζικη σχολή- και μετά χαράς έπαιξε στον «Ζιγκολό».
Κορυφαία του στιγμή το αριστούργημα «Καλά Χριστούγεννα, κ. Λώρενς» του Ναγκίσα Οσιμα (υποψήφια για Χρυσό Φοίνικα Κανών το 1983). Κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του, ο ρόλος που του δίνει ο βραβευμένος σκηνοθέτης θίγει την ομοφυλοφιλική έλξη δύο αντιπάλων στρατιωτών που προέρχονται από διαφορετικούς κόσμους και συναντιούνται σε ένα γιαπωνέζικο στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Αμέσως μετά ντύθηκε δράκουλας για να πρωταγωνιστήσει το 1983 στο βαμπιρικό «Αίμα και πάθος» (σκηνοθετικό ντεμπούτο του Τόνι Σκοτ, αδερφού του Ρίντλεϊ Σκοτ) πλάι στην Κατρίν Ντενέβ (ήταν η βρικόλακας σύζυγος του) και τη Σούζαν Σάραντον (νεαρά που τον διεκδικούσε). Κουρασμένος από το πέρασμα των ετών, αλλά ακόρεστος για αίμα ο Μπόουι μοιάζει ιδανικός ήρωας μιας ταινίας που ξεχειλίζει ερωτισμό.
Λίγο μετά ήρθε αντιμέτωπος με τον εαυτό του στο «Absolute Beginners» (1986) που καταγράφει τη λονδρέζικη ζωή. Ειρωνικός και σκεπτικός, ντυμένος Πόντιος Πιλάτος στον «Τελευταίο πειρασμό» του Μάρτιν Σκορσέζε (με τον Γουίλεμ Νταφόε στον ρόλο του Ιησού και τον Χάρβει Καϊτέλ σε αυτόν του Ιούδα) έκλεισε τη δεκαετία του ’80 για να μπει στα ’90ς και να ερμηνεύσει τον Αντι Γουόρχολ στην ταινία «Basquiat».
Φινάλε σε αυτήν τη σημαντική καριέρα έβαλε ουσιαστικά με τη συναρπαστική του ερμηνεία στον ρόλο του εφευρέτη Νίκολα Τέσλα στο θρίλερ «The Prestige» του Κρις Νόλαν.
Στη θεατρική σκηνή

Ο Ντ. Μπόουι έπαιξε στο θεατρικό «Ο Ανθρωπος Ελέφαντας», βασισμένο στο έργο του Φρέντερικ Τρεβς, μια σπουδή πάνω στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ξεκίνησε πρόβες στις αρχές Ιουλίου και η πρεμιέρα δόθηκε στις 6 Αυγούστου 1980 στο Κέντρο Παραστατικών Τεχνών του Ντένβερ. Ο ρόλος ήταν δύσκολος, καθώς έπρεπε να ερμηνεύσει έναν ήρωα με σωματικές αναπηρίες.
Εκπαιδευμένος από τις μεταμορφώσεις του ως ροκ τραγουδιστή και την πολυμήχανη σκηνική παρουσία του από τις συναυλίες, κατάφερε να αποδώσει τον παραμορφωμένο ήρωα Τζον Μέρικ και τον πολύπλοκο χαρακτήρα του. Κατάφερε να σχεδιάσει στη σκηνή το πολύ ανθρώπινο και τρυφερό πλάσμα μέσα στο σώμα ενός τέρατος. Η κριτική έγραψε για την άρτια γνώση των εκφραστικών μέσων από τον Μπόουι όπως και για τη φωνή του αφού κατόρθωσε να σχεδιάσει ένα πολύ ανθρώπινο πλάσμα μέσα στο σώμα ενός τέρατος. Ε.Μ.
