Τίποτε δεν είναι πια ίδιο στη μουσική. Ο Ντέιβιντ Μπόουι, από τις σπουδαιότερες μορφές του ροκ των πέντε τελευταίων δεκαετιών, πέθανε σε ηλικία 69 ετών.
Δεν πέθανε, τον πήραν εξωγήινοι.
Δύο μόλις ημέρες μετά την ημέρα των γενεθλίων του και δύο από την κυκλοφορία του τελευταίου του άλμπουμ «Black Star», του κύκνειου άσματός του.
Τι ειρωνεία, εδώ υπάρχει το «Lazarus», ένα κομμάτι στο οποίο μοιάζει σαν να προφητεύει τον θάνατό του (όλα τα τραγούδια στο άλμπουμ, τώρα που τα προσέχουμε περισσότερο, έχουν σχέση με τον θάνατο). «Look up here, I’ m in heaven / I’ve got scars that can’t be seen» λέει στους στίχους του «Lazarus» και το βίντεο τον δείχνει άρρωστο στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. «Είναι ένα συμβολικό ταξίδι από τον έναν κόσμο στον άλλο» έγραψε ο Guardian.
Η ανακοίνωση του θανάτου του έγινε μέσω facebook. «Ο David Bowie πέθανε ειρηνικά σήμερα, με την οικογένειά του γύρω του, μετά από μια θαρραλέα μάχη 18 μηνών με τον καρκίνο. Πολλοί θρηνείτε μαζί μας την απώλεια, σας ζητούμε να σεβαστείτε την ιδιωτικότητα των στιγμών κατά τη διάρκεια του πένθους» έλεγε το συγκεκριμένο post.
Γνωρίζαμε πως είχε προβλήματα με την υγεία του, με την καρδιά του, γι’ αυτό και είχε σταματήσει να κάνει συναυλίες δέκα χρόνια τώρα. Απλώς ο καρκίνος και η είδηση του θανάτου έσκασαν σαν κεραυνός εν αιθρία χθες. Και όλος ο κόσμος, όλος όμως, παγκοσμίως, βυθίστηκε στη θλίψη.
O Μπόουι ήταν μια μοναδική φυσιογνωμία. Και όχι μόνο στη μουσική αλλά και στη μόδα, στην performance art, στον κινηματογράφο, πρωτοπόρος ακόμα και στη σεξουαλική απελευθέρωση με την περίφημη ανδρόγυνη φιγούρα που παρουσίαζε. «Από τα δεκατέσσερά μου ήδη κατάλαβα ότι το σεξ ήταν κάτι πολύ σημαντικό. Και δεν με ενδιέφερε με ποιον θα το έκανα και πώς. Κάπως έτσι κατέληξα εκείνη την εποχή με ένα όμορφο αγόρι από το σχολείο».
Ο Μπόουι προκαλούσε μια διαρκή επανεφεύρεση του εαυτού του και της καλλιτεχνικής του περσόνας, ο ίδιος όπως και το έργο του ήταν μια συνεχής καινοτομία. «Σταμάτησα εδώ και πάρα πολλά χρόνια να προσπαθώ να εξηγώ διάφορα πράγματα», έλεγε, «το κάνει η μουσική μου».
Από την ψυχεδελική φολκ ροκ στο glam και από τη σόουλ στον αβάντ γκαρντ πειραματισμό και την τζαζ. Ηταν πιθανότατα ο πιο επιδραστικός καλλιτέχνης στην ιστορία του ροκ, εμπνέοντας αμέτρητους μουσικούς, κεντώντας έτσι ένα απέραντο υφαντό της ροκ.
Και οι Nirvana ακόμα τον Μπόουι ανέφεραν ως πηγή έμπνευσης. Και ήταν εκείνος που βοήθησε πολύ κόσμο, από τον Λου Ριντ με το «Transformer» ώς τον Ιγκι Ποπ, τους Placebo πολύ αργότερα, ακόμα και τους Arcade Fire πριν ακόμα εκείνοι γίνουν σούπερ γκρουπ όπως είναι τώρα. Δεν ήταν μόνο οι δίσκοι και τα τραγούδια, ήταν οι μορφές που έπαιρνε κατά καιρούς, ο Ziggy Stardust, ο Aladdin Sane, ο Thin White Duke και, φυσικά, ο Major Tom.
Το πραγματικό του όνομα ήταν David Robert Jones, γεννήθηκε στις 8 Ιανουαρίου 1947 στο Μπρίξτον του Λονδίνου και το πρώτο του όργανο σε ηλικία 12 ετών ήταν το σαξόφωνο.
Η παρθενική του μεγάλη επιτυχία ήταν το «Space Oddity» (1969) μέσω του οποίου σύστησε στο κοινό τον Major Tom, τον περίφημο αστροναύτη που ταξίδευε στο Διάστημα. Το 1972 αλλάζει περσόνα, γίνεται Ζίγκι και κυκλοφορεί το «The Rise and Fall of Ziggy Stardust and the Spiders from Mars» με το αξεπέραστο Starman.
Το 1973 με το «Aladdin Sane» γίνεται πιο καμπαρέ. Το 1975 βγάζει το «Young Americans» και παίρνει τον χαρακτηρισμό «plastic soul». Το ’71 ήταν ερμαφρόδιτος, το ’72 εξωγήινος, το ’75 το γυρίζει στη σόουλ με άλλα λόγια. Παίζει τζαζ, ηλεκτρόνικα, πανκ, ροκ και οτιδήποτε άλλο μπορεί να φανταστεί ο νους μας. Μετά φεύγει για Βερολίνο (η εποχή των ναρκωτικών) και βγάζει τρία άλμπουμ μαζί με τον Μπράιαν Ινο, τα «Low» (1977), «Heroes» (1977) και «Lodger» (1979).
«Ηταν τόσο μπροστά στη μουσική του ο Μπόουι όταν κυκλοφορούσε αυτά τα άλμπουμ που έμοιαζαν ακαταλαβίστικα στην εποχή τους» έλεγε χθες ο Γιάννης Πετρίδης στην εκπομπή του. Και μην ξεχάσουμε το «Cat People» από την ομώνυμη ταινία, αλλά και το «Let’s Dance» (1983) που του έβγαλε τον ποπ εαυτό του και έγινε το πιο πετυχημένο, εμπορικά, άλμπουμ του. Και από συνεργασίες, πολλές και μεγάλες.
Με τον Ιγκι Ποπ έγραψαν μαζί το «Lust For Life» και το «China Girl», με τον Μικ Τζάγκερ το «Dancing In The Streets», με τους Queen το «Under Pressure», με τον Τζον Λένον το «Fame», στο «Walk On The Wild Side» του Λου Ριντ έκανε φωνητικά, το «Heroes» το έγραψε με τον Μπράιαν Ινο και πόσα ακόμα.
To 1970 νυμφεύτηκε την Angie Bowie και απέκτησε μαζί της έναν γιο, τον Duncan, σκηνοθέτη. Λίγα χρόνια μετά, στο «Playboy», δηλώνει τον μπαϊσέξουαλ χαρακτήρα του, κάτι που ανακαλεί λίγο αργότερα.
Στις 24 Απριλίου 1992 παντρεύεται με το γνωστό μοντέλο, την Αμερικανοσομαλή Ιμάν, αποκτώντας μαζί της μία κόρη, την Alexandria «Lexi» Zahra Jones, που είναι μόλις 16 ετών.
Ούτε η μουσική είναι ίδια πια από χθες ούτε ο δικός μου κόσμος επίσης. «Where Are We Now?» όπως τραγούδαγε…
