Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πρόσφατα παρακολουθήσαμε στο θέατρο «Olvio» τη νέα όπερα του Γιώργου Δούση υπό τον τίτλο «The Shell Game» («Το παιχνίδι με τα κοχύλια»), αγγλική εκδοχή του παιχνιδιού «Εδώ ο παππάς, εκεί ο παππάς, πού είν’ ο παππάς;», που, στην προκείμενη περίπτωση, υπονοεί το άστατο, αβέβαιης έκβασης παιχνίδι των ερωτικών σχέσεων (2/1/2016).

Το έργο ήταν παραγγελία της ομάδας «The Medium Project», που δημιούργησαν ο αρχιμουσικός Ανδρέας Τσελίκας και η σκηνοθέτρια Ράια Τσακιρίδη. Την τελευταία διετία, η ίδια ομάδα έχει δώσει επιτυχημένες παρουσιάσεις των έργων «Το μέντιουμ» του Μενότι, «Η μάντισσα» του Σογκέ και «Bon Appétit» του Χόιμπι. Δική τους ήταν επίσης η φροντισμένη, σκηνικά και μουσικά ισορροπημένη παραγωγή τού «Shell Game».

Κάποια από τα χαρακτηριστικά του νέου έργου υπαγορεύτηκαν από την προδιαγραφή της παραγγελίας ότι η παρουσίασή του θα προηγηθεί του ανεβάσματος της «Ταραχής στην Ταϊτή» του Μπέρνσταϊν. Ο 40χρονος Δούσης, συνθέτης και μαθητής του Θόδωρου Αντωνίου, ζήτησε από τη θεατρολόγο Ερι Κύργια ένα κείμενο σε αγγλικά και γαλλικά.

Λιτό, καλοζυγιασμένα αποσπασματικό, με λειτουργικές εναλλαγές σαφήνειας και υπαινικτικότητας, το κείμενό της πήρε τη μορφή αρθρωτής όπερας σε επτά σκηνές και υπηρέτησε καλά τη δράση. Ομως η επιλογή ξένης γλώσσας (προϊόν άγνοιας, αβεβαιότητας, αμηχανίας;) υπονόμευσε την αμεσότητα πρόσληψης, παρεμβάλλοντας τη διαμεσολάβηση ανακλαστικών και συνειρμών άσχετων προς το θέμα. Τα μείζονα βασικά θέματα στην όπερα είναι δεδομένα και μετρημένα: έρωτας/σεξ, εξουσία, δύναμη, ιδεολογία.

Ο Δούσης διάλεξε τον έρωτα. Δίχως να ανοίγει νέους δρόμους στην 400χρονη ιστορία της όπερας, το έργο του συνομίλησε αξιοπρεπώς, χαλαρά και αβίαστα με το ιστορικό απόθεμα και εγγράφτηκε αβίαστα στο επιγονικό πεδίο του πολυσυλλεκτικού μεταμοντερνισμού.

Ενιαίας υφής ακρόαμα

Το «Shell Game» ήταν μια κανονική, σύγχρονη όπερα δωματίου, δίχως υψηλές αξιώσεις πρωτοποριακής ταυτότητας. Η μουσική δραματουργία μοιραζόταν ισοδύναμα ανάμεσα στις φωνές και το πιάνο (που με διαφορετικό οικονομικό προϋπολογισμό θα μπορούσε να ήταν και μικρό ορχηστρικό σύνολο), ενώ η ρευστή φωνητική γραφή μετέπιπτε τακτικά από μελωδική απαγγελία σε διακριτές άριες, που, όμως, δεν ήσαν απλά στροφικά τραγούδια.

Δίχως ψυχαναγκαστική εμμονή άλλων στον σκληροπυρηνικό ιστορικό μοντερνισμό, αντλούσε υφολογικά από ποικίλα ιστορικά ιδιώματα εντός και εκτός του χώρου της αμιγώς κλασικής μουσικής -τζαζ, μινιμαλισμός, ρομαντισμός- ενσωματώνοντας καλά και έξυπνα τα ακούσματά τους σε ένα ενιαίας υφής ακρόαμα. Συνολικά αβίαστη και ευχάριστη, η γραφή έτεινε στον αμερικανικό/αγγλοσαξονικό ήχο.

Θεατρικά η παράσταση ήταν υγιές προϊόν ομαδικής συνεργασίας. Η Ράια Τσακιρίδη σκηνοθέτησε το όλο αφαιρετικά, υπηρετώντας τους ρυθμούς της μουσικής, με συμπυκνωμένο στιλιζάρισμα, υιοθετώντας ενίοτε κώδικες από τον βωβό κινηματογράφο, την παντομίμα κ.ά.

Το απλό, μονοτοπικό σκηνικό του Παύλου Θανόπουλου –μπάζα, ένα πλυντήριο, απλωμένη μπουγάδα, μια πόρτα/είσοδος με σκισμένη πλαστική κουρτίνα- απεικόνισε με συνοπτικό, συμβολικό τρόπο το τοπίο της παρηκμασμένης, εσωστρεφούς, σύγχρονης αστικής οικογένειας.

Αντιστοίχως, τα λιτά κοστούμια του υπογράμμισαν την ταυτότητα των χαρακτήρων. Οι λειτουργικοί φωτισμοί της Εβίνας Βασιλακοπούλου υποστήριξαν τη δημιουργία ψυχολογικού χώρου ενώ η κινησιολογία της Κορίνας Κόκκαλη εμφύσησε σωστά στο όλο έντονα στιλιζαρισμένη θεατρικότητα και, όπου χρειάστηκε, κινησιολογικό συμβολισμό.

Νέοι τραγουδιστές

Η όπερα «The Shell Game» δόθηκε στον ηχηρό, ενιαίο, ψηλοτάβανο χώρο του θεάτρου «Olvio». Παρ’ ότι όχι φωνητικά ισοδύναμοι, οι τέσσερις μονωδοί της παράστασης απέδωσαν τη μουσική του Δούση με ακρίβεια και προσήλωση, προσφέροντας ένα καλό λυρικό ακρόαμα.

Τους ρόλους του νέου ζευγαριού απέδωσαν η υψίφωνος Αντωνία Δεσπούλη και ο τενόρος Κωνσταντίνος Ζαμπούνης, ενώ αυτούς των ενηλίκων γονέων/κηδεμόνων τραγούδησαν η έμπειρη υψίφωνος Λητώ Μεσσήνη και ο βαρύτονος Μιχάλης Ψύρρας.

Αναλαμβάνοντας σολιστικά τον ρόλο αυτού που θα μπορούσε να ήταν και ένα μικρό ορχηστρικό σύνολο, η πιανίστρια Δήμητρα Μαντζουράτου έπαιξε με ακρίβεια, εξασφαλίζοντας στην παράσταση συνοχή, σωστές μεταπτώσεις και μουσικούς αρμούς.

Η περίπτωση του «Shell Game» δεν είναι ούτε μοναδική, ούτε καινούργια. Εχουμε επανειλημμένα σχολιάσει το φαινόμενο των νέων –ή όχι και τόσο νέων- τραγουδιστών όπερας και άλλων καλλιτεχνών που συγκροτούν ομάδες, παρουσιάζοντας σε εναλλακτικούς χώρους νέα έργα ή διασκευές υπαρχόντων με στόχο την οικονομική και καλλιτεχνική τους επιβίωση.

Σε άλλες χώρες με ιστορικά ώριμη, πραγματιστικά οργανωμένη μουσική ζωή η κίνηση αυτή συνιστά έκφραση υπερχειλίζουσας δημιουργικότητας, υγιή, ευπρόσδεκτα αυθάδη αντίλογο στο «κατεστημένο». Παρ’ ημίν το φαινόμενο είναι πιο σύνθετο: σχετίζεται με τις ιδιαιτερότητες και τις λανθάνουσες στρεβλώσεις της ελληνικής μουσικής ζωής γενικότερα. Αρχικά εκδηλώθηκε ως φυσική αντίδραση/διέξοδος στον αποκλεισμό από τους μείζονες κεντρικούς θεσμούς –κρατικούς και ιδιωτικούς– της μουσικής ζωής.

Εύστοχα, κάποιοι περιέγραψαν την κίνηση αυτή ως «εξωθεσμική» όπερα. Εκτοτε, η οικονομική κρίση έπληξε καίρια την αθηναϊκή μουσική ζωή και το φαινόμενο εντάθηκε, σε βαθμό που η «εξωθεσμική» όπερα να αυτοανακηρύσσεται συνομιλητής της κρατικής ΕΛΣ.

Ο χρόνος θα δείξει αν αυτή η αναγκαστική φυγή προς τα εμπρός θα αφήσει βιώσιμο, ουσιαστικό αποτύπωμα και σε ποιο βαθμό θα επηρεάσει εξελίξεις. Μέχρι τότε θα παρακολουθούμε τις προτάσεις της με ενδιαφέρον. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως η «εξωθεσμική» όπερα έχει έρθει για να μείνει…