ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τις δεκαετίες πριν από το 2000 και ταυτόχρονα προς την κοσμοϊστορική μετάπτωση από το βινίλιο στο CD, οι φιλόμουσοι ζήσαμε μια ανεπανάληπτη εποχή υπερτροφικής άνθησης της κλασικής δισκογραφίας. Ηταν τότε που εμείς εδώ στην Ελλάδα γνωρίζαμε την κλασική μουσική σχεδόν αποκλειστικά μέσω της δισκογραφίας. Τότε αντιλαμβανόμαστε ότι τον χώρο όριζαν κάποιες καταφανώς κυρίαρχες εταιρείες, ενώ το τοπίο συμπλήρωναν διάφορες άλλες με πιο περιορισμένη ή ελάσσονα εμπορική εισαγωγή. Λίγο αργότερα κατέφτασε η οικονομική κρίση, ενώ πριν είχε αναδυθεί και έκτοτε εξελίχθηκε αλματωδώς η ψηφιακή τεχνολογία.

Σύντομα τα παραδοσιακά ακροατήρια αναδιαμορφώθηκαν, η εργογραφία επεκτάθηκε δραστικά και, αναπόδραστα, η κλασική δισκογραφία άλλαξε ριζικά: οι μεγάλες εταιρείες αλληλοσυγχωνεύτηκαν για να επιβιώσουν, το βασικό ρεπερτόριο τρόπον τινά έμοιαζε να εξαντλείται (εμπορικά), μεγάλο μέρος της πρόσβασης πέρασε στο διαδίκτυο, το εμπόριο των CDs άρχισε να φθίνει, ενώ η εξέλιξη της τεχνολογίας έκανε εφικτή και οικονομικά βιώσιμη την ανάδυση και ανάπτυξη μυριάδων μικρότερων εταιρειών. Κάπου εκεί, μάλιστα, αρκετά κορυφαία συμφωνικά σύνολα και θεσμοί ξεκίνησαν δικές τους δισκογραφικές εκδόσεις προσφέροντας νέες και παλαιότερες ηχογραφήσεις τους. Ολες αυτές τις δεκαετίες εμείς εδώ στην Ελλάδα ζούσαμε σε ένα άλλο παράλληλο, πεισματικά ανεξέλικτο σύμπαν.

Παρ’ ότι η «ζωντανή» μουσική ζωή βελτιώθηκε, η δική μας κλασική δισκογραφία, είτε όσον αφορά ελληνικά έργα, είτε το διεθνές ρεπερτόριο, παρέμεινε παγιδευμένη σε ένα κυρίως ασφυκτικά στενό περιβάλλον, με περιορισμένη παρουσία και πρόσβαση.

Σήμερα, πια, αναδύονται μόνον σποραδικές εκπλήξεις. Μία από αυτές ήταν οι δύο πρόσφατες εκδόσεις ηχογραφήσεων με την ΚΟΑ από τη γερμανική εταιρεία GENUIN. Προηγήθηκε ένα CD με συμφωνικά έργα του Θεοδωράκη (1925-2021) και ακολούθησε ένα ακόμη, αυτό ιδιαίτερα ενδιαφέρον, με συμφωνικές συνθέσεις του Γιώργου Σισιλιάνου (1920-2005). Κάπως μοναχικός δημιουργός στον έκδηλα άνισο και δύσβατο χώρο του ελληνικού μουσικού μοντερνισμού των μεταπολεμικών χρόνων, ο Σισιλιάνος σπούδασε αρχικά στην Ελλάδα και ακολούθως στη Ρώμη, στο Παρίσι και στις ΗΠΑ. Στη διάρκεια των διαδοχικών σπουδών του γνώρισε το έργο των μειζόνων ιστορικών μοντερνιστών αλλά και συγχρόνων του των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών.

Το πλούσιο έργο που άφησε, το οποίο έχει ώς τώρα ηχογραφηθεί τελείως αποσπασματικά, περιλαμβάνει όλα σχεδόν τα είδη: συμφωνική μουσική, μουσική δωματίου, λυρικό τραγούδι. Το πρόσφατο CD προτείνει τρία συμφωνικά έργα γραμμένα μεταξύ 1976 και 1997. Τα εκτελεί αρτιότατα η ΚΟΑ υπό τον αρχιμουσικό Ηλία Βουδούρη σε πραγματικά άριστης ποιότητας ηχογραφήσεις που έγιναν για την GENUIN στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το 2024. Ξεκινά με τη Συμφωνική Φαντασία «Δαίμων» (1985), εμπνευσμένη από τον «Δόκτορα Φάουστους» του Τόμας Μαν, ακολουθεί η «Συμφωνία αρ. 2, Στη μνήμη του Δημήτρη Μητρόπουλου» (1997), παραγγελία του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, και ολοκληρώνεται με τα «Αντίφωνα για χάλκινα πνευστά, τύμπανα και έγχορδα» έργο 40 (1976).

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ακούσαμε έργα του Σισιλιάνου: είχαν προηγηθεί αραιές ζωντανές ακροάσεις σε συναυλίες της ΚΟΑ και ακροάσεις παλαιότερων και νεότερων ηχογραφημένων έργων, κυρίως μουσικής δωματίου. Η γνωριμία με τα τρία έργα του CD ήρθε να αποσαφηνίσει ακόμα περισσότερο το μεταιχμιακό στίγμα της μουσικής του συνθέτη μέσω αναγνωρίσιμων αναφορών αλλά και πιο συνολικής αποτίμησης. Πρώτα απ’ όλα πρόκειται για μουσικές που εγγράφονται πλήρως και αβίαστα στον διεθνή μουσικό μοντερνισμό, δίχως ίχνος συσχετισμού ή δέσμευσης προς εγχώρια, εθνικοσχολικά ακούσματα.

Η αρμονική γλώσσα ηχεί ερμητική, κινούμενη στο όριο της τονικής λογικής, παράγοντας διφορούμενες διαθέσεις, κορυφώνεται σε ξαφνικές βίαιες εκρήξεις, ξετυλίγεται με ασίγαστη δράση σε επάλληλα επίπεδα. Στις αιθέριες ατμόσφαιρες του «Δαίμονα» και της «Συμφωνίας αρ. 2» συλλαμβάνει κανείς συγγένειες προς τον ύστερο Σιμπέλιους και τον Μπεργκ, ενώ η πυκνή συμφωνική δράση θυμίζει -δίχως να αναπαράγει- ενίοτε τον Χίντεμιτ. Στα «Αντίφωνα» η γραφή προβάλλει πιο αιχμηρή, δριμεία και επιθετική. Αναμφίβολα αυτά δεν είναι «εύκολα» κομμάτια. Ομως, βοηθούσης της πραγματικά εξαιρετικής ηχογράφησης και της φανερά φροντισμένης διεύθυνσης, έχουν να προσφέρουν γνήσια απόλαυση και ασυζητητί ενδιαφέροντα ερεθίσματα σε όσους αισθάνονται άνετα με τη σύγχρονη μουσική των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.