Τριάντα ένα χρόνια μετά τη δισυπόστατη παράσταση «Ενός λεπτού σιγή» της θρυλικής «Ομάδας Εδάφους», στο παλαιό εργοστάσιο της ΔΕΗ στο Νέο Φάληρο, το πρώτο μέρος της, το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα», επέστρεψε στην Εθνική Λυρική Σκηνή ως αυτόνομο 40λεπτο έργο, σηματοδοτώντας πολλά, παλιά ή και καινούργια και διαφορετικά.
Το έργο επέστρεψε π.χ. σε μεγάλη κλίμακα πλέον, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Επέστρεψε επίσης υπενθυμίζοντας και ανανεώνοντας τη σχέση συνεργασίας και φιλίας του υπερταλαντούχου διδύμου των -νεαρών το ’95- δημιουργών Δημήτρη Παπαϊωάννου και Γιώργου Κουμεντάκη. Αναπόφευκτα δεν μπορείς παρά να αναλογιστείς τους σταθμούς αυτής της σχέσης και την κορύφωσή της με την ανάληψη των τελετών των Ολυμπιακών Αγώνων το 2004, τα σπουδαία έργα που συνυπέγραψαν στο μεσοδιάστημα, τις δύο καλλιτεχνικές πορείες, το πού έφτασε καθένας τους και την τωρινή παράσταση μιας επανασύνδεσης μετά από χρόνια, η οποία σίγουρα θα κουβαλάει και προσωπικές φορτίσεις και απολογισμούς, τελικά όχι μόνον για τους δύο δημιουργούς αλλά και για εμάς τους θεατές.
Ανανοηματοδότηση: Το «Ρέκβιεμ» βέβαια, ταυτόχρονα χοροθεατρική-εικαστική performance-installation και μουσικό έργο με λιμπρέτο βασικά τμήματα του συγκλονιστικού ποιήματος «Lazarus» του σπουδαίου Δημήτρη Καπετανάκη (1912-1944), που πέθανε νεότατος από λευχαιμία, γράφτηκε στη μνήμη του Αλέξη Μπίστικα και όλων των θυμάτων του AIDS, αποτελώντας μάλιστα τη δεκαετία του 1990 την πρώτη δημόσια, ανοιχτή καλλιτεχνική αναγνώριση της τρομακτικής επιδημίας στην Ελλάδα, αλλά και των δικαιωμάτων μιας ολόκληρης κοινότητας, εξοστρακισμένης, αθέατης και καταδικασμένης σε έναν θάνατο με ταπεινωτικούς και απάνθρωπους όρους.
Σήμερα όμως ανανοηματοδοτείται. Και χωρίς να χάνει ίχνος από την αρχική του αποστολή, αυτήν μιας πένθιμης λειτουργίας για έναν έρωτα με τραγική κατάληξη, η οποία στο πλαίσιο του αρχετυπικού δίπολου έρωτας-θάνατος, υπενθυμίζει τα δεινά του ομόφυλου έρωτα όταν το ΑIDS θέριζε, υπογραμμίζει όμως εξαρχής τον μεγάλο αγώνα για ίσα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας.Εξαρχής, γιατί αν συνυπολογίσουμε την οπισθοδρόμηση που έφερε η ηγεμονία Τραμπ στην Αμερική και τον νεοσυντηρητισμό των καιρών μας, τα αιτήματα είναι παρόντα, καλώντας διαρκώς σε επαγρύπνηση.
Την ίδια στιγμή όμως, τα 31 χρόνια που μεσολάβησαν καθιστώντας το «Ρέκβιεμ» κλασικό επιτρέπουν κι άλλες αναγωγές: το εικονοκλαστικό στοιχείο π.χ. του μάγου Παπαϊωάννου μπορεί σε αυτό το μεταφυσικό έργο και σίγουρα το πιο «θρησκευτικό» των δύο δημιουργών να ανακαλεί στοιχεία από τη συγκλονιστική στάση του νεκρού σώματος στην «Αποκαθήλωση του Ιησού» του Καραβάτζο ή ακόμα και την κάτισχνη μορφή του Ντέιβιντ Κίρμπι στην περίφημη φωτογραφία του Τοσκάνι για την καμπάνια της Benetton, όμως στα χρόνια που μεσολάβησαν ήρθαν κι άλλα ανθρώπινα δράματα να προστεθούν σε αυτούς τους συνειρμούς: η παράταξη από κρεβάτια και φέρετρα στη χτυπημένη από κορονοϊό Ιταλία, οι δικές μας απώλειες στην πανδημία, εκείνο το μεταφυσικό αίσθημα ανημπόριας και απόλυτης μοναξιάς απέναντι στην αμετάκλητη πορεία της ασθένειας του αγαπημένου προσώπου… Αλλά και ως έργο κλασικό δεν χρειάζεται τίποτα απ’ όλα αυτά για να αφηγηθεί τη σκοτεινή ιστορία ενός έρωτα που καταπέφτει και πεθαίνει.

Οι δύο δημιουργοί
Η άλλη ιδιότητα της παράστασης αφορά βέβαια τους δύο δημιουργούς και το δικαίωμα που σου δίνει να παρατηρήσεις την καλλιτεχνική τους πορεία έκτοτε. Ο Παπαϊωάννου παίζει ήδη στα μέσα του ’90 με την απρόβλεπτη εντύπωση, επιδιώκει ακόμα και στο ζοφερό θέμα την ομορφιά των σωμάτων, την υψηλή αισθητική, την εικαστική ματιά, τις αναφορές στην ιστορία της τέχνης, τους φωτισμούς του «κιαροσκούρο», την τελειότητα του κάδρου και είναι ακόμα πιο επηρεασμένος από το ασπρόμαυρο σκιτσογραφικό παρελθόν του. Ο Κουμεντάκης πάλι «εγκαταλείπει αυθόρμητα τον μοντερνισμό κι επιστρέφει σε ένα είδος πηγαίου εκλεκτικού νεορομαντισμού ο οποίος του επιτρέπει να δημιουργήσει απνευστί μια “εσωστρεφή” μουσική, απόλυτα συμβατή με το κυρίαρχο συναίσθημα της εποχής: τον φόβο», παρατηρεί ο μουσικός και πανεπιστημιακός Γιάννης Σαμπροβολλάκης στο τωρινό πρόγραμμα.
Η μουσική: Αυτό το μουσικό έργο πήρε στα χέρια του ο έτερος κορυφαίος της παράστασης στη Λυρική, ο αρχιμουσικός Θόδωρος Κουρεντζής, γαλουχημένος κι από μόνος του στη μεταφυσική, για να το αναδείξει και να το πλάσει εξαρχής, με σολίστ μουσικούς από την Ορχήστρα της ΕΛΣ και το χορωδιακό MEIZON Ensemble υπό τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο και με τη σύμπραξη δύο Ρωσίδων υψιφώνων σε εναλλακτική διανομή, της Ξένια Ντοροντόνοβα και -στην παράσταση που παρακολουθήσαμε εμείς- της συγκλονιστικής Ντιάνα Νοσίρεβα, στον ρόλο του «Αγγέλου του Θανάτου». Νομίζω ότι μπορεί να πει κάποιος πως 31 χρόνια μετά ο Κουρεντζής λειτούργησε εν προκειμένω κάπως σαν συνδημιουργός αυτής της νέας εκδοχής του «Ρέκβιεμ», αλλά και με τον ιδιοσυστασιακό του τρόπο στη μουσική διεύθυνση, ντυμένος με ένα μαύρο κολάν και αμάνικο μαύρο μπλουζάκι (είναι γνωστό ότι αντιτίθεται στο ενδυματολογικό έθος των μαέστρων) ως το νεότερο μέλος μιας παλιάς παρέας.
48 περφόρμερ: Και φτάνουμε στη «μεγάλη κλίμακα» που λέγαμε στην αρχή ότι ως όρος λειτουργεί μεταφορικά και κυριολεκτικά. Στη μεγάλη, διεθνή κλίμακα «παίζουν» πια εκείνοι οι νέοι δημιουργοί του ’95. Αλλά και στη μεγάλη, κατάμαυρη κλίμακα που -μετεξέλιξη εκείνης στο παλαιό εργοστάσιο της ΔΕΗ- καταλάμβανε όλη την Κεντρική Σκηνή της Λυρικής (το σκηνικό της παράστασης του 1995 ήταν της Λίλης Πεζανού, ενώ την εκδοχή του 2026 υπογράφουν οι Δημήτρης Παπαϊωάννου και Λουκάς Μπάκας), μεταφέρθηκε η χοροθεατρική-εικαστική δράση της αναβίωσης του έργου από τον Παπαϊωάννου. Εκεί, στα μεγάλα σκαλιά, κυλούν και καταβαραθρώνονται οι 48 περφόρμερ (όλοι άνδρες και μία γυναίκα, ντυμένοι από τον εξαιρετικό ενδυματολόγο Βασίλη Παπατσαρούχα, με την παρόμοια casual «στολή» της νεότητας) που κλήθηκαν να αναπαραστήσουν το μοιραίο ταξίδι προς τον θάνατο. Από τα συμπλέγματα που φτιάχνουν με τα κορμιά τους καθώς πέφτουν αδιάκοπα στα σκαλιά, αναδύονται ξαφνικά γυμνά, πάσχοντα, εκτεθειμένα σώματα, σε στάσεις που παραπέμπουν στα κλασικά θρησκευτικά θέματα της ιστορίας της τέχνης. Η μοίρα άλλωστε θεών ή ανθρώπων είναι κοινή προς το πάθος, το πένθος και την ανυπαρξία. Σε τέλειο συγχρονισμό ο γδούπος των σωμάτων που πέφτουν στο άγνωστο κενό είναι το απρόβλεπτο μουσικό όργανο που προστίθεται στο σχήμα που διευθύνει ο Κουρεντζής.
Το χειροκρότημα
Οσο και να προσπαθήσουμε, αυτό βέβαια δεν είναι ένα έργο που περιγράφεται. Είναι μια 40λεπτη εικαστική, κινησιολογική και μουσική εμπειρία η οποία στην πρεμιέρα του Σαββάτου και μετά από το ένα λεπτό σιγής που κρατήθηκε στη μνήμη των θυμάτων του AIDS (και όχι μόνον, όπως είπαμε), πνίγηκε σε επευφημίες και 15λεπτο χειροκρότημα για όλους τους συντελεστές που αγκαλιάστηκαν στη σκηνή. Στην πρεμιέρα του Σαββάτου ήταν μεταξύ άλλων παρόντες η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, με την τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου και την επικοινωνιακή της σύμβουλο Αννα Παναγιωταρέα, η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνα Μιχαηλίδου, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Σωκράτης Φάμελλος, ο Αλέξης Τσίπρας με τη σύντροφό του Μπέττυ Μπαζιάνα, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου Μιχαήλ Μαρμαρινός κ.ά.
Ως υποσημείωση κάτι τελευταίο: ευχή να δούμε κάποια στιγμή ξανά και το δεύτερο μέρος της ιστορικής παράστασης, εκείνο δηλαδή με τα τραγούδια από τον κύκλο «Τραγούδια της αμαρτίας» του Μάνου Χατζιδάκι, σε ποίηση Ντίνου Χριστιανόπουλου.
● Η παράσταση στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος επαναλαμβάνεται αύριο και στις 28, 29 και 30 Ιανουαρίου, αλλά τα εισιτήρια έχουν εξαντληθεί. Ως συμπαραγωγή με το ιστορικό Théâtre du Châtelet, τον Νοέμβριο του 2027, θα ταξιδέψει στο Παρίσι.
