Αρχιμουσικός και πιανίστα μ’ ένα αστραφτερό βιογραφικό, ξεκινώντας από το Λονδίνο, όπου έκανε πιανιστική καριέρα και δίδαξε για δέκα χρόνια στο Royal College of Music, και συνεχίζοντας με σπουδαίες συνεργασίες με τις μεγαλύτερες όπερες, συμφωνικές ορχήστρες και φεστιβάλ σε Ευρώπη, Αμερική και Ασία, καθώς και με πλήθος προσωπικά «μετάλλια» όπως, ενδεικτικά, τα θερμά λόγια που της είπε η περίφημη σοπράνο Κίρι Τε Κανάουα, όταν παρακολούθησε τους «Γάμους του Φίγκαρο» του Μότσαρτ, σε δική της μουσική διεύθυνση, στην Οπερα του Οκλαντ: Αυτή είναι η Ζωή Ζενιώδη, η οποία, μεταξύ πολλών άλλων, άνοιξε πρόσφατα τη σεζόν του Teatro Colón (η ιστορική σκηνή θεωρείται από τις κορυφαίες του κόσμου, διαθέτοντας την καλύτερη ακουστική για όπερα και τη δεύτερη καλύτερη αίθουσα διεθνώς για συναυλίες) διευθύνοντας τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Μπουένος Αϊρες σε συναυλία για τα 150 χρόνια από τη γέννηση του Σένμπεργκ.

Μόλις την περασμένη Πέμπτη με ανάρτησή της στη σελίδα της στο Facebook η ίδια ανακοίνωσε ότι επελέγη ως νέα Μουσική Διευθύντρια και Επικεφαλής Αρχιμουσικός στην ίδια Ορχήστρα in residence του Teatro Colón. Αν εξαιρέσει κανείς το γεγονός ότι η πορεία τής -και μητέρας διδύμων- Ζενιώδη μπορεί να ιδωθεί και ως σύμβολο γυναικείων κατακτήσεων στην Ελλάδα, όπου οι γυναίκες αρχιμουσικοί και σπανίζουν και δεν έχουν την ίδια αντιμετώπιση κι ευκαιρίες με τους άνδρες, η ιστορία της μέχρι εδώ δεν διαφέρει από αυτήν πολλών σύγχρονων Ελλήνων καλλιτεχνών (από τον Γ. Λάνθιμο έως τον Β. Χριστόπουλο), που αφού τα βρήκαν σκούρα «εντός», έφυγαν «εκτός» και διαπρέπουν. Θα ήταν απλώς, δηλαδή, ακόμα μία αντιπροσωπευτική περίπτωση brain drain που θα άφηνε εμάς με το εξ αποστάσεως «καμάρι» μας, αλλά και την πίκρα της αυτονόητης διαπίστωσης μιας πατρίδας που εξακολουθεί να μην μπορεί να αξιοποιήσει τα ταλέντα της όπως τους αξίζει.
Ομως, η Ζενιώδη ανήκει σε μια άλλη, δική της κατηγορία. Διότι η περίφημη πατρίδα που λέγαμε, εκπροσωπημένη διά του υπουργείου Πολιτισμού και του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης (ΟΜΜΘ), όχι μόνο δεν μπόρεσε και δεν ήθελε να αξιοποιήσει το ταλέντο της, αλλά φρόντισε να της φερθεί και αισχρά, να την αφήσει απλήρωτη και στο τέλος να τη διώξει.
Διαγωνισμός
Η ιστορία αρχίζει από το 2019, επί υπουργίας στο ΥΠΠΟ Μυρσίνης Ζορμπά, όταν η Ζωή Ζενιώδη συμμετείχε στον πρώτο ανοιχτό διαγωνισμό που έγινε για την επιλογή καλλιτεχνικού διευθυντή σε εποπτευόμενο πολιτιστικό φορέα κύρους, επιτέλους όχι με απευθείας υπουργική ανάθεση. Μεταξύ ακόμα 18 υποψηφίων η Ζενιώδη επελέγη για τη θέση στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.
Αρχισε να εργάζεται λοιπόν εκεί από τον Ιούλιο του 2019, όταν οι εθνικές εκλογές θα έφερναν και την αλλαγή κυβέρνησης και βέβαια πολιτικής ηγεσίας στο ΥΠΠΟ. Κανονικά αυτό δεν θα έπρεπε να έχει καμία σημασία. Αλλά είχε. Διότι το επόμενο 8μηνο κι ενώ η Ζενιώδη εργαζόταν σκληρά, παραδίδοντας π.χ. ολοκληρωμένο το καλλιτεχνικό πρόγραμμα του Μεγάρου για το α’ εξάμηνο του 2020 και προετοιμάζοντας αυτό του β’ εξαμήνου, δεν πληρωνόταν. Για την ακρίβεια, μέχρι τον Μάρτιο του 2020 δεν έλαβε ούτε ένα ευρώ για την οχτάμηνη εργασία της, διότι τόσο το Μέγαρο όσο και –πολλώ δε μάλλον– το ΥΠΠΟ επικαλούνταν παράλειψη στη διαδικασία πρόσληψης (έγκριση πρόσληψης από την Επιτροπή της ΠΥΣ 33/2006), για την οποία όμως οι ίδιοι είχαν την ευθύνη!
Στις 8 Μαρτίου «Ημέρα της Γυναίκας»(!), τρεις ώρες πριν από την έναρξη αφιερωματικής συναυλίας με την ίδια αρχιμουσικό, της κοινοποιήθηκε η απόλυσή της. Κι έτσι εκδιώχθηκε κακήν-κακώς εν μέσω πανδημίας, ενώ ΥΠΠΟ και Μέγαρο αρνούνταν πεισματικά να αναγνωρίσουν το λάθος τους, να την αποζημιώσουν ή έστω να της πουν ένα «συγγνώμη»! Η προσφυγή στα δικαστήρια ήταν μονόδρομος. Διήρκεσε 4 χρόνια, αλλά πρόσφατα η υπόθεση ολοκληρώθηκε στο Εφετείο.
Δικαστήριο
«Για το Μέγαρο Μουσικής της Θεσσαλονίκης», σχολιάζει ο δικηγόρος της, «η Ζωή Ζενιώδη δεν υπήρξε και δεν εργάστηκε ποτέ ως Καλλιτεχνική Διευθύντρια και συνεπώς δεν δικαιούνταν καμία αμοιβή για τους οχτώ μήνες εργασίας της. Αυτό υποστήριξε επισήμως στα δικαστήρια και αυτό κατέθεσαν οι μάρτυρές του, που ακόμα και σήμερα καλύπτουν διευθυντικές θέσεις και θέσεις ευθύνης, χωρίς καμία αιδώ.
Ευτυχώς, η Δικαιοσύνη δεν έκλεισε τα μάτια της μπροστά στην πραγματικότητα, δέχτηκε ότι η Ζενιώδη εργάστηκε αδιάλειπτα και παρουσίασε και έργο, οπότε της επιδίκασε όλους τους μισθούς των οχτώ μηνών, περίπου 27.000 ευρώ, χρεώνοντας με τόκους περίπου 11.000 ευρώ το Μέγαρο Μουσικής. Αλήθεια, για τους τόκους των 11.000 ευρώ και τα επιπλέον έξοδα με τα οποία χρεώθηκε ο ΟΜΜΘ θα λογοδοτήσει κανείς από τη Διοίκηση του Οργανισμού ή η άσκοπη επιπλέον χρέωση ενός οργανισμού του Ελληνικού Δημοσίου θα προστεθεί σε όλες τις λοιπές περιπτώσεις διασπάθισης δημοσίου χρήματος; Δεν χρειάζεται να αναρωτηθούμε βέβαια αν κάποιος από την ηγεσία του ΥΠΠΟ ζήτησε έστω ένα “συγγνώμη” για την απίστευτη ταλαιπωρία και τον διασυρμό μιας γυναίκας που τιμά τη χώρα μας στο εξωτερικό!».
Να προσθέσουμε μόνον ότι από το 2020 που ξεκίνησε η περιπέτειά της ουδείς από τους μεγάλους κρατικούς μουσικούς φορείς της χώρας τη φώναξε να διευθύνει – αν εξαιρέσουμε 1-2 περιφερειακές προτάσεις. Από αυτή την απόψη, ο διορισμός της Ζενιώδη σε τόσο υψηλή θέση σε ένα από τα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα του κόσμου ανακαλεί τη γνωστή ρήση «η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο». Η εκδίκηση του ταλέντου.
