Το διήμερο 18-19/10/2015, ο γνωστός/άγνωστος «Ελληνας του εξωτερικού, που επιθυμεί η δωρεά του να παραμείνει ανώνυμη», κάλυψε για μία ακόμη φορά τη δαπάνη για εμφάνιση της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Ισραήλ στο υπερχρεωμένο Μέγαρο Μουσικής. Επικεφαλής τού ασυζητητί θαυμάσιου αυτού συνόλου ήταν ο διά βίου καλλιτεχνικός διευθυντής του, υπερκαταξιωμένος Ινδός αρχιμουσικός Ζούμπιν Μέτα. Μαζί τους έπαιξε ως σολίστας ο διεθνώς αναγνωρισμένος Ελληνας βιολιστής Λεωνίδας Καβάκος.
Η παρουσία των τριών σήμανε συναγερμό για το χαρακτηριστικό κοινό του Μεγάρου Μουσικής, που σαν τραβηγμένο από ακατανίκητης έλξης μαγνήτη επανεμφανίστηκε ομαδικά, γεμίζοντας στο 100% τη μεγάλη αίθουσα. Για δυο βραδιές, ο πάλαι ποτέ «πυρηνικός αντιδραστήρας πολιτισμού» που, παραμένοντας στο απυρόβλητο, συνεχίζει να μας βαρύνει με τα τοξικά του απόβλητα, αιμοδοτήθηκε προνομιακά με καυτό χορηγικό χρήμα, ζεστάθηκε, φωταγωγήθηκε, γέμισε από κόσμο, όπως τον «παλιό, καλό καιρό»˙ έξω, η οικονομική κρίση γονατίζει ανελέητα τους κρατικούς μουσικούς θεσμούς…
Απονοηματοδοτώντας τον Μπετόβεν
Στις 18/10/2015, δόθηκαν έργα Μπετόβεν. Οι εντυπώσεις που αποκομίσαμε γενικά, και ειδικότερα από το «Κοντσέρτο για βιολί», ήσαν έντονα και ενοχλητικά άνισες. Περιττεύει να επαναλάβουμε ότι η ποιότητα ήχου και η τεχνική δεινότητα του κορυφαίου Ελληνα σολίστα παραμένουν ύψιστου επιπέδου: αψεγάδιαστη ορθοτονία, απόλυτος έλεγχος εκφοράς, δεξιοτεχνική άνεση δίχως όρια. Ωστόσο, η ερμηνεία που πρότεινε ήχησε ερμηνευτικά εξεζητημένη και αντιφατική, κινούμενη ενάντια στα προφανή.
Τα δύο πρώτα μέρη δόθηκαν γενικώς αργά, εκφραστικώς αποστασιοποιημένα, με χαμηλές δυναμικές, απομονώνοντας τις διαδοχικές παραγράφους της μουσικής σε βαθμό που κατακερματιζόταν η συνοχή του μουσικού ειρμού, διαλύοντας κάθε αίσθηση συνολικής αφηγηματικής ενότητας.
Μάλιστα, σε παραγράφους μεμονωμένων στιχομυθιών, η χαμηλή δυναμική του βιολιού έσπρωχνε σε πρώτο επίπεδο τη (θαυμάσια)… ορχηστρική συνοδεία! Ως εάν να ανήκε σε κάποιο άλλο έργο, το καταληκτικό Rondo δόθηκε δυνατά, με υπερβολικό νεύρο, περισσά αιχμηρή φραστική, βίαια και, κυρίως, αγέλαστα, παρά τον γλυκό, ευφρόσυνο χαρακτήρα της μουσικής.
Ενδιαφέρον ήταν εδώ το μέρος ελεύθερης δεξιοτεχνίας (cadenza) όπου ο σολίστας ανέβασε ακραία τη θερμοκρασία του παιξίματός του. Θα σχολιάσουμε ακόμη ότι, όπως πάντα, ο Καβάκος γύριζε την πλάτη στο ακροατήριο όποτε δεν έπαιζε ο ίδιος: συμπεριφορά προσβλητική και, εν τέλει, αγενής… Πάντως, το εδικό κοινό του Μεγάρου Μουσικής κατενθουσιάστηκε από την ερμηνεία, ανταμείβοντάς τον με επίμονο, παραληρηματικό χειροκρότημα˙ τόσο ασυγκράτητο που ξεσπούσε και ανάμεσα στα μέρη του κοντσέρτου!
Η βραδιά ξεκίνησε με μια ανυπόφορα παλιομοδίτικη εκτέλεση της «Εισαγωγής Εγκμοντ»: αργή, άνευρη, βαριά. Ολο το δεύτερο μισό της βραδιάς αφιερώθηκε στη «Συμφωνία αρ. 3, Ηρωική». Ο 79χρονος Μέτα αξιοποίησε το εξαιρετικό ισραηλινό σύνολο στη διάπλαση μιας ερμηνείας που από κάθε άποψη θύμιζε ξεπερασμένες, ρομαντικές προσεγγίσεις περασμένων δεκαετιών.
Στρογγυλεμένος ήχος, δίχως αιχμές και επιθετικές επιταχύνσεις, πλήρης απουσία της αγωνιστικής βιασύνης και ορμής που διέπει τη γραφή του Μπετόβεν ειδικά στο συγκεκριμένο επαναστατικό έργο, οργάνωση της μουσικής ροής δίχως επαρκείς διαφοροποιήσεις και συνεπώς νοηματικά αδιάφορη.
Με δυο λόγια: ρουτίνα και πλήξη υπερπολυτελείας. Κρίμα τα πραγματικά εξαίσια έγχορδα, τις θαυμάσιες συνεισφορές χάλκινων και ιδίως ξύλινων πνευστών. Μια χαμένη ευκαιρία να ακούσουμε κάτι εκλεκτό και ξεχωριστό…
