ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωάννα Σωτήρχου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κατά πόσο γνωρίζουμε το ελληνικό λαϊκό τραγούδι; Την ιστορία του; Αυτούς που μέσα από τους βιωματικούς τους στίχους και τις πενιές του μπουζουκιού τους διέτρεξαν μερικές από τις πιο ταραγμένες δεκαετίες της ελληνικής ιστορίας – προσφυγιά, ανέχεια και κατοχή, πόλεμο και περιθώριο, τον αγώνα της απελευθέρωσης που τον έκαναν τραγούδι αγάπης, το κυνηγητό που το έκαναν μουσική και το όνειρο για ένα καλύτερο αύριο που το έντυσαν με στίχους; Τι θα ήταν η ελληνική λαϊκή μουσική χωρίς τους πυλώνες της, τον Βαμβακάρη και τον Τσιτσάνη, τους δίσκους τους που μίλησαν στις ψυχές του λαού και τραγουδιούνται ακόμη;

Πέρασαν περισσότερα 121 χρόνια από τότε που ήρθε στη ζωή, το 1903 στην Πρέβεζα ο άνθρωπος που διέσωσε αυτόν τον θησαυρό και τον κατέγραψε, για τους κατοπινούς, σε δίσκους. Από μαθητής σχετίστηκε με τη μουσική: έπαιζε κλαρίνο στη Φιλαρμονική της Πρέβεζας. Και είναι η σχέση του με τη μουσική που τον έφερε στην κορυφή της ελληνικής δισκογραφίας, αφού μας παρέδωσε μια κιβωτό πολιτιστικής κληρονομιάς, που λέγεται ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι με τους κυριότερους εκπροσώπους του.

Ο λόγος για τον οραματιστή Μίνω Μάτσα (1903-1970). Ξεκίνησε στη δισκογραφία ως εργαζόμενος, ρίσκαρε με τις επιλογές του αφήνοντας εποχή, έστησε τη «Μίνως Μάτσας και υιός» που σήμερα συνεχίζει ως «Minos-EMI» με την τρίτη γενιά στο τιμόνι, την εγγονή του Μαργαρίτα και τον συνονόματο εγγονό του Μίνω να ακολουθεί τη δική του δημιουργική πορεία στη μουσική σύνθεση.

Συγκινημένος ο γιος του Μάκης Μάτσας, το περασμένο Σάββατο, όταν τη μνήμη του Μίνου Μάτσα τίμησε η γενέτειρά του, μίλησε για την πορεία του πατέρα του, τους στίχους που ξεκίνησε να γράφει από το 1927 και μελοποίησαν οι κορυφαίοι της εποχής Νίκος Χατζηαποστόλου και Παναγιώτης Τούντας, προτού αποκτήσει επαγγελματική σχέση με τη δισκογραφία, τη διορατικότητά του σε δύσκολες εποχές να καταγράψει σε δίσκους εκτός από τους προαναφερθέντες δημιουργούς τους Γιάννη Παπαϊωάννου, Απόστολο Καλδάρα, Απόστολο Χατζηχρήστο, Γιώργο Κάβουρα, Κώστα Ρούκουνα, Τάκη Μπίνη, Μαίρη Λίντα, Ρόζα Εσκενάζη, Πάνο Γαβαλά, Βαγγέλη Περπινιάδη, Νίκο Ξυλούρη, Στράτο Διονυσίου, Φώτη Πολυμέρη, Στράτο Παγιουμτζή, Πρόδρομο Τσαουσάκη, αλλά και τους Μικρασιάτες Σπύρο Περιστέρη και Κώστα Σκαρβέλη – για να αναφερθούμε σε ορισμένες από τις προσωπικότητες-σύμβολα του μουσικού πολιτισμού στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού.

«Στις 26 Σεπτεμβρίου του 1970, με δάκρυα στα μάτια σκάλιζα πάνω σε ένα κρύο μάρμαρο λίγα ζεστά λόγια που έβγαιναν μέσα από τα βάθη της ψυχής μου. “Σε σένα πατέρα. Σε σένα που μ’ έμαθες τι θα πει εντιμότητα, δικαιοσύνη, τι θα πει αγάπη, φιλία”», ήταν τα λόγια του μπροστά από την προτομή του πατέρα του που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Πραξιτέλης Τζανουλίνος και αναγράφει «Μίνως Μάτσας 1903-1970. Από την Φιλαρμονική Πρεβέζης στην κορυφή της ελληνικής δισκογραφίας».

Κοντά του οι τρεις γενιές Μάτσα: παιδιά και εγγόνια. Τα αποκαλυπτήρια της προτομής έκανε η υπουργός Τουρισμού και σύζυγος του συνονόματου εγγονού του Ολγα Κεφαλογιάννη, με παρόντα τον δήμαρχο Πρέβεζας Νίκο Γεωργάκο, σε μια σύντομη και σεμνή τελετή που διάνθισε με μελωδίες η φιλαρμονική της Πρέβεζας. Παίρνοντας τον λόγο, ο δήμαρχος, που είχε την πρωτοβουλία για την ανέγερση του αγάλματος στο πάρκο Οδυσσέα Ανδρούτσου, στο λιμάνι της Πρέβεζας, μίλησε όχι μόνο για το σπουδαίο έργο του ιστορικού συντοπίτη του αλλά και για τις διώξεις που υπέστησαν οι Εβραίοι του τόπου, καθώς ο Μίνως Μάτσας ήταν το τέταρτο παιδί οικογένειας Ρωμανιωτών Εβραίων που φέρονται εγκατεστημένοι στην Πρέβεζα, τουλάχιστον από τις αρχές του 18ου αιώνα.

Ο Μίνως Μάτσας τελείωσε το Γυμνάσιο στα Γιάννενα προτού κατέβει για σπουδές Ιατρικής αρχικά και στη συνέχεια Νομικής, που ολοκλήρωσε εργαζόμενος, παράλληλα, στην Αθήνα. Αλλωστε στα Ιωάννινα, στο Κάστρο, βρίσκεται και το πάρκο που φέρει το όνομά του, μαζί με το Κυπαρίσσι που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Κώστας Βαρώτσος και αποτελεί απόδοση τιμής της Πολιτείας στο πρόσωπό του (τα αποκαλυπτήρια είχαν γίνει το 2013 από τον Γιαννιώτη Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια στα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της πόλης).

«Το μινόρε της αυγής»

Από το 1930 άρχισε να ασχολείται με τη δισκογραφία ο άνθρωπος τον οποίο οι καλλιτέχνες χαρακτήριζαν ως δεύτερο πατέρα τους για τον τρόπο που τους εμψύχωνε και τους συμπαραστεκόταν, ανοίγοντας τον δρόμο σε ένα εθνικό πολιτιστικό κεφάλαιο που ονομάζεται ελληνικό τραγούδι. Προερχόμενος από τις πολυπολιτισμικές πόλεις της Πρέβεζας και των Ιωαννίνων, μέσα σε ένα δύσκολο κοινωνικά και οικονομικά πλαίσιο, «ως υπεύθυνος για την λειτουργία των εταιρειών Odeon και Parlophone πήρε τις σοβαρότερες αποφάσεις επιλογής προσώπων και ρεπερτορίου που σημάδεψαν την μουσική εξέλιξη στην Ελλάδα και δημιούργησαν αυτό που σήμερα ονομάζουμε Πολιτιστική μουσική κληρονομιά μας», σημειώνει γι’ αυτόν ο ιστορικός-ερευνητής του ελληνικού τραγουδιού Παναγιώτης Κουνάδης, συγγραφέας του βιβλίου «Ο αινιγματικός κος Μίνως».

Ο ίδιος επεσήμαινε και την ταπεινότητα του Μάτσα, που τον άφησε στο περιθώριο, καθώς δεν είχε δώσει καμία συνέντευξη κι ας διαμόρφωσαν οι επιλογές του το λαϊκό τραγούδι, κι ας υπήρξε «ο πολυγραφότερος στιχουργός του ελληνικού τραγουδιού για τριάντα ολόκληρα χρόνια, αν και ελάχιστος αριθμός δίσκων φέρει το όνομά του στην ετικέτα, ενώ με εννέα διαφορετικά ψευδώνυμα απέκρυψε το μέγεθος του έργου του, οικοδομώντας έτσι το πρότυπο του “αινιγματικού” δημιουργού», γράφει ο Κουνάδης. Κι αποκαλύπτει ότι μία από τις κλασικές επιτυχίες του Μάτσα, που για δεκαετίες κρυβόταν πίσω από ψευδώνυμο, είναι και το εμβληματικό «Μινόρε της αυγής» που έγραψε το 1936, μελοποίησε ο Περιστέρης και έπαιξε ο Βαμβακάρης, ενώ έδωσε το όνομά του και στη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά που δημιουργήθηκε το 1983.