«Οπου συρρέει κόσμος είναι βέβαιο ότι κάποιο ήθος υποβαστάζει το πλήθος – το ίδιο ήθος που διαφθείρεται κιόλας. Στα σκυλάδικα είναι ολοφάνερο· είναι το παλιό πανηγύρι που ξεθύμανε στην επαρχία και μετακόμισε στις πόλεις μασκαρεμένο, η παλιά φυλετική σύναξη που εξέπεσε, η παρωχημένη ευωχία της γιορτής που στράφηκε υποκοσμικά και ενίοτε ληθαργικά προς τα καμώματα των θαμώνων. Παρόμοια κέντρα όπου ο κόσμος προσέρχεται αυθόρμητα δεν μπορείς να τα επινοήσεις. Το πατρόν υπάρχει – κι όσο πιο ποδοπατημένο τόσο πιο ισχυρό. Ποτό, ξενύχτι, χορός, τραγούδι, ζοριλίκια, γυναικοδουλειές συνιστούν περίπου μια σύνοψη της ανθρωπότητας. Και οι πιστοί είναι πολλοί. Η άποψη ότι τα καλύτερα πράγματα συμβαίνουν έξω, στον δρόμο, στα κέντρα, στα γήπεδα, στις αλλοπρόσαλλες μαζώξεις έχει βάση. Η ζωή κατ’ οίκον ταιριάζει σε μωρά, σε γέρους, σε άρρωστους ή σε ηλικίες πού ξεκαθάρισαν τους λογαριασμούς τους με την αυθόρμητη κοινωνικότητα. Ειδικά στη ζωή της πρωτεύουσας, η πολυκέφαλη και παράταιρη συντροφιά που παίρνει σβάρνα ταβερνεία, μπαρ, ξενυχτάδικα, κωλάδικα και τραβάει τον διάβολο από την ουρά έχει αναδειχτεί σε μεγάλο παιδαγωγό. Η διασκέδαση κρατάει το νόημά της από το σκόρπισμα (σκεδάννυμι) κι αν δεν σκορπίσεις το εγώ σου και τον χρόνο σου μέσα στη νυχτερινή πόλη, πού άλλου θα βρεις να τον σπείρεις;».
Αυτό είχε γράψει ο Κωστής Παπαγιώργης μεταξύ πολλών άλλων στο περίφημο κείμενό του «Οδός Εσλιν, πρώην “Κάψες”» (περιοδικό Αρδην, τ. 43, Ιούλιος 2003). Υπήρξε άλλωστε μαζί με τον Χρήστο Βακαλόπουλο, τον Γιάννη Βαρβέρη, τον Θωμά Γκόρπα και 2-3 ακόμα (όπως ο Θωμάς Κοροβίνης ή ο Διονύσης Χαριτόπουλος, ο Ηρακλής Λογοθέτης ή και ο Γιάννης Οικονομίδης) ένας κατεξοχήν διανοητής που δεν είδε τη νύχτα με απόσταση πέφτοντας στη λούμπα μίας εφετζίδικης γραφικότητας. Την είδε καθαρά ως ισότιμος συμμέτοχος στους κώδικες μιας αυθεντικής λαϊκής χορογραφίας που δεν κρύβει κάποτε και τα σκοτάδια της ή τη ματαιότητά της. Μας λείπει ο Παπαγιώργης, όπως για άλλους λόγους θα μας λείψει και η φωνή του Βασίλη Καρρά.

Ο πρώτος θα μπορούσε να αναλύσει εύστοχα και «μετωπικά» το φαινόμενο ενός τόσο μαζικού, ειλικρινούς και από καρδιάς λαϊκού προσκυνήματος στη σορό του Καρρά, εκατοντάδων ανθρώπων, δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων. Ο δεύτερος με το ρεπερτόριο, την ντομπροσύνη χωρίς τζιριτζάντζουλες και βέβαια με την απώλειά του απαιτεί ν’ αναμετρηθούμε με τη δική μας ειλικρίνεια: δεν έχουμε πιει και χορέψει, φλερτάρει ή κλάψει ποτέ και μέχρι θανάτου με τη φωνή του -κι ας λογιζόμαστε στους «ακούω έντεχνο»; Ωρα να απενοχοποιηθούμε από την ενοχή που δεν μας κληροδότησε το αυθεντικό και ειλικρινές «σκυλάδικο», αλλά η εφετζίδικη ρέπλικά του, η «πίστα» με τους όρους… «ξεβλαχέματος» του «Κλικ». Το πρώτο ήταν (έστω η φοιτητική) εμπειρία αυτού του υπέρτατου διονυσιακού «σκορπίσματος» του Παπαγιώργη – και είχε το σωματικό και ψυχικό κόστος του. Το δεύτερο ήταν το επιβεβλημένο έθος των ελληνικών ’80s και ’90s -και είχε επίσης το κόστος του, κυριολεκτικό αυτό.
«Είναι η φωνή, βίωμα;»
Ο Βασίλης Καρράς προερχόταν από το πρώτο, αλλά αποθεώθηκε και στο δεύτερο, διαθέτοντας όλα τα αρχετυπικά χαρακτηριστικά του άντρα λαϊκού τραγουδιστή. Και την άκαμπτη συμπεριφορά που βαφτίστηκε «αντρίκεια». Και την ντομπροσύνη -που λέγαμε. Και κάτι μυστηριώδεις και πιο σκοτεινές σελίδες (όπως εν προκειμένω τις ιστορίες με «δύο απαγωγές» τις οποίες είχε αναφέρει σε συνεντεύξεις χωρίς λεπτομέρειες). Και τη λαϊκή αμεσότητα και ανθρωπιά (είναι συγκινητικό πόσοι νεότεροι τραγουδιστές, κάποιοι από αυτούς διάσημοι πια, όπως η Δέσποινα Βανδή, έχουν γράψει αυτές τις ημέρες ότι του χρωστούν πολλά στα πρώτα τους βήματα, όπως συγκινητικό είναι και πόσοι διαβεβαιώνουν ότι ο Καρράς βοηθούσε γενναιόδωρα οικονομικά πολύ κόσμο χωρίς να το διαφημίζει). Και βέβαια είχε τη φωνή: βραχνή και μπάσα με τη μνήμη πολλών ωρών με ποτό και τσιγάρο και τις αυθεντικές λαϊκές καταβολές της Ανατολής. Πολύ νέα δημοσιογράφος τού είχα πάρει μια τηλεφωνική συνέντευξη για την «Ελευθεροτυπία» με αφορμή το γεγονός ότι ήταν ο μόνος υπέρ του οποίου ο Μάλαμας είχε παραβιάσει τον όρο του να μην τραγουδήσει άλλος την «Πριγκιπέσσα». Ο Καρράς την είπε και την έκανε δεύτερη φορά επιτυχία. «Είναι η φωνή, βίωμα;» είχα ρωτήσει τότε στο τηλέφωνο με την εξυπνακίστικη, αλλά και αφελή ανοησία και απειρία μου. Για να εισπράξω μερικές χαμογελαστές και φιλικές μούντζες απ’ όσους συναδέλφους άκουσαν την ερώτηση, την παρατήρηση «Κάν’ τα πιο λιανά, κοπέλα μου – δεν σε καταλαβαίνω» απ’ τον Καρρά και τελικά μια ανάμνηση που με κάνει έκτοτε να ντρέπομαι λίγο και να γελάω πολύ.
Φυσικά κι η φωνή είναι βίωμα κι απόδειξη είναι ο Πόντιος Βασίλης Καρράς που γεννήθηκε Βασίλης Κεσογλίδης, τον Νοέμβριο του ’53 στο Κοκκινοχώρι Καβάλας με τ’ όνειρο να γίνει μηχανικός αυτοκινήτων. Φτωχή οικογένεια (ο πατέρας οικοδόμος, η μάνα καθαρίστρια και μαζί με τ’ αδέλφια του, Δαμιανό και Αναστασία, τρία συνολικά παιδιά) δεν επέτρεπε ούτε στα όνειρα μεγάλη απόσταση από την πραγματικότητα. Σ’ αυτήν την περίπτωση όμως τ’ άστρο του είχε άλλα γραμμένα. «Εκανα αμέτρητες δουλειές στη ζωή μου. Πήγαινα στα σπίτια που καθάριζε η μητέρα μου να τη βοηθήσω και δεν ήθελε, στεναχωριόταν. Η πρώτη επαγγελματική ενασχόληση με το τραγούδι ήταν όταν, ένα βράδυ, πάμε σ’ ένα ταβερνάκι με την παρέα μου και αρχίσαμε να τραγουδάμε όλοι μαζί και είναι ένας μουσικός και μου λέει “Δεν έρχεσαι τα Σάββατα, να λες κανένα τραγουδάκι”. Λέω “Ντρέπομαι”. Ηταν ένα μαγαζί που χώραγε 150 άτομα και έλεγαν λαϊκά και ποντιακά. Στην πρεμιέρα ήρθε όσος κόσμος έρχεται και σήμερα στις πρεμιέρες μου. Ηρθε όλη η γειτονιά, έκλεισε ο δρόμος. Δεν μπόρεσαν να μπουν στο μαγαζί. Εκεί άρχισα να νιώθω τη φλόγα», είχε πει ο ίδιος σε μία συνέντευξή του στον Νίκο Χατζηνικολάου για την πρώτη του εμφάνιση στα 16 του νυχτερινό κέντρο «Πρόσφυγας» στον Εύοσμο Θεσσαλονίκης

Μέχρι τα 23 του εργαζόταν πάντως και ως μηχανικός αυτοκινήτων σε συνεργεία, αλλά μια περίοδο και στο μηχανοστάσιο του ΟΣΕ στη Θεσσαλονίκη -όπου η οικογένεια είχε εγκατασταθεί μόνιμα από το ’63. Αργότερα ο ίδιος κατέβηκε στην Αθήνα, αλλά τότε είχε αρχίσει ήδη να γίνεται μεγάλο όνομα της νύχτας με τα καλά της επιτυχίας και τα κακά-΄μια εποχή είχε σωματοφύλακες γιατί όπως έλεγε ο ίδιος χωρίς λεπτομέρειες πάλι, «στην Αθήνα δέχθηκα πολύ πόλεμο».
Οι επιτυχίες όμως διαδέχονταν η μία την άλλη, σημαδεύοντας τις δεκαετίες: «Κάθε ξημέρωμα πεθαίνω», «Μην προσποιείσαι», «Δεν πάω πουθενά», «Ασ’ την να λέει», «Νύχτα ξελογιάστρα», «12 παρά», «Γύρισε», «Το δηλητήριο», «Φαινόμενο» «Θα μου κλείσεις το σπίτι», «Λέγε ο,τι θες». «Γέλα μου», «Εγώ αγάπη μου, εγώ», «Γι’ αυτό στάσου», «Τα μεθυσμένα σ’ αγαπώ» κ.ά. Η μεγαλύτερη εμπορική του επιτυχία αποδείχτηκε ο δίσκος «Μ’ έχεις κάνει αλήτη» σε στίχους και μουσική του Μιχάλη Ρακιντζή και με πωλήσεις πάνω από 180.000 αντιτύπων. Είχε συνεργαστεί με συνθέτες και στιχουργούς, όπως οι Φοίβος, Γιώργος Θεοφάνους, Αλέκος Χρυσοβέργης – Σπύρος Γιατράς, Εύη Δρούτσα, Πάνος Φαλάρας, Κυριάκος Παπαδόπουλος, Χρήστος Νικολόπουλος κ.ά. Και βέβαια είχε κάνει περίφημα ντουέτα με τραγουδιστές όπως η Κωνσταντίνα, η Αντζελα Δημητρίου, ο Τόλης Βοσκόπουλος, η Καίτη Γαρμπή, η Δέσποινα Βανδή, η Ελλη Κοκκίνου, η Ειρήνη Μερκούρη, η Πάολα, ο Γιάννης Πλούταρχος, Παντελής Παντελίδης, αλλά και οι Πυξ Λαξ.
Ξεκίνημα στα 9 με Καζαντζίδη και… ξύλο
Επιτυχίες δεν είχε μόνον ως ερμηνευτής, αλλά και ως τραγουδοποιός ή στιχουργός: έχει ερμηνεύσει πάνω από 400 τραγούδια, έχει γράψει στίχους για τουλάχιστον 140 και μουσική για τουλάχιστον 60. Ετσι πήρε και το «χρίσμα» του «Βασιλιά της Καψούρας». Δεν ήταν βέβαια τυχαίο το πρώτο-πρώτο του ξεκίνημα στο τραγούδι, μόλις 9 ετών, με Καζαντζίδη και… ξύλο: «Μόλις είχε βγει “Το τελευταίο βράδυ μου” του Στέλιου Καζαντζίδη και το έχω μάθει απ’ έξω. Πήγα και έσπασα ένα μπολ στο σπίτι και το έκανα ηχείο και φωνάζω τους φίλους μου και κάνουμε μπάντα. Ερχεται η μάνα μου, ξύλο, όσο πιο πολύ με βάραγε, τόσο περισσότερο ήθελα να γίνω τραγουδιστής», είχε διηγηθεί. Ούτε ήταν τυχαίο το σύνθημα που γράφτηκε τα τελευταία χρόνια ακόμα και σε τοίχους «Οι αγάπες αρχίζουν με χαρά και τελειώνουν με Καρρά», ούτε η ονομασία ενός από τα δεκάδες fanclub του στο Facebook «Βασίλης Καρράς – Καψούρα, Ουίσκι Και Του Καρρά Οι Δίσκοι». Καψούρα στην ίδια κατεύθυνση με ό,τι εννοούσε ο Χαριτόπουλος όταν διαπίστωνε (στο βιβλίο του «Ερωτες στη μεταπολίτευση», Τόπος) πως «το σκυλάδικο στάζει λαγνεία» ή ο Χρήστος Βακαλόπουλος όταν έγραφε πως «το σκυλάδικο είναι τόσο γνήσιο και τόσο περιφρονημένο όσο και τα ένστικτά μας».
Ο Καρράς δεν ήταν πάντα στον θρόνο του. Παλαιότερα είχε περάσει μία μεγάλη κατάθλιψη -γι’ αυτό απείχε ένα μεγάλο διάστημα από τις πίστες, όπως είπε μετά. Και βέβαια τα τελευταία χρόνια, από τον Μάρτιο του ’22, όταν πρωτοδιαγνώστηκε με καρκίνο, έζησε μεγάλα σκαμπανεβάσματα με την υγεία του. Πριν από τρεις ημέρες εισήχθη εσπευσμένα με κορονοϊό στο Διαβαλκανικό Νοσοκομείο στη Θεσσαλονίκη κι εκεί κατέληξε το απόγευμα των Χριστουγέννων στα 70 του χρόνια.
Ενα από τα τελευταία του επιτεύγματα δεν είχε να κάνει με το τραγούδι, αλλά με τον πρωτογενή τομέα παραγωγής: δημιούργησε τη Farm Karras σε υψόμετρο 200 μέτρων στους πρόποδες του Παγγαίου με τους κατοίκους ν’ ασχολούνται με την καλλιέργεια αμπελιού, αμυγδαλιών, ελιών κ.ά. Κατά την τελευταία επιθυμία του πάντως η κηδεία του, μετά το λαϊκό προσκύνημα στον Ναό της Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη, θα γίνει σήμερα στις 12 το μεσημέρι στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Κοκκινοχώρι Καβάλας, ενώ η οικογένεια (η σύζυγός του Χριστίνα με την οποία ήταν μια ζωή μαζί και η κόρη του Ειρήνη) παρακαλεί αντί στεφάνων, να στηριχθεί ο Σύλλογος Γονιών Παιδιών με Νεοπλασματική Ασθένεια, «Φλόγα».

Συλλυπητήρια μηνύματα για τον θάνατο του Βασίλη Καρρά απηύθυναν: από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη («Μία γνήσια λαϊκή φωνή σίγησε. Και ένας γνήσιος Μακεδόνας […]») και την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη («Ο Βασίλης Καρράς ήταν ένα φαινόμενο που δεν κατατάσσεται και δεν ορίζεται […] γέννημα του πολιτισμού μας, επιβλήθηκε αργά και αδιόρατα ως γνήσιος εκφραστής μιας σύγχρονης λαϊκότητας») μέχρι όλα τα κόμματα (με την καίρια αναφορά της «Νέας Αριστεράς» «[…]ταυτίστηκε όσο κανείς άλλος με την απλότητα στις μεγάλες πίστες τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά και με την παραγνωρισμένη έννοια της ερωτικής “καψούρας”», να ξεσηκώνει τεράστιο σοσιαλμιντιακό διάλογο περί «καψούρας») και δεκάδες βέβαια φορείς, συναδέλφους του κι απλούς ακροατές. Ισως ο πιο «συνεπής» και ουσιαστικός αποχαιρετισμός να ήταν όμως αυτός των ανθρώπων που είχαν περάσει βράδια και βράδια μαζί του και τον ακολουθούσαν παντού: «Καλή Αντάμωση Αρχοντα»….
