ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με μια πολύ καλή, εφ’ άπαξ συναυλιακή παρουσίαση της όπερας του Μπελίνι «Οι Πουριτανοί»(1835) συμπλήρωσε ο Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ) στις 14/10/2023 το αφιέρωμα στη μνήμη της Μαρίας Κάλλας για την εκατονταετία από τη γέννησή της (1923, Νέα Υόρκη).

Το ακρόαμα φιλοξενήθηκε στο Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας». Για την παρουσίαση ο ΟΠΑΝΔΑ συνέπραξε με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και τη Χορωδία του Δήμου Αθηναίων, ενώ στελέχωσε τη διανομή με εύστοχα επιλεγμένους και συνταιριαγμένους Ελληνες και κορυφαίους ξένους μονωδούς. Το όλον διηύθυνε ο 35χρονος ταλαντούχος Γάλλος αρχιμουσικός Αλφόνς Σεμέν. Η παράσταση άφησε πολύ καλές εντυπώσεις και έτυχε ενθουσιώδους υποδοχής από το ακροατήριο, που τη διέκοψε ουκ ολίγες φορές, ξεσπώντας σε χείμαρρους χειροκροτημάτων.

Τον απαιτητικό, εξαντλητικά δύσκολο πρωταγωνιστικό ρόλο της Ελβίρας ερμήνευσε η Ελληνίδα υψίφωνος Χριστίνα Πουλίτση. Πρόκειται, βεβαίως, για τον ρόλο με τον οποίο η Κάλλας έγινε διάσημη το 1949 όταν, ανταποκρινόμενη σε έκτακτη πρόσκληση του Τούλιο Σεραφίν, τον έμαθε μέσα σε μια εβδομάδα, ενώ ταυτόχρονα πρωταγωνιστούσε στη βαγκνερική «Βαλκυρία»(!), και τον τραγούδησε με τεράστια επιτυχία στο βενετσιάνικο «Φοίνικα». Διαθέτοντας πλούσια σκηνική πείρα σε εγχώριες και διεθνείς σκηνές, η Πουλίτση ανταποκρίθηκε στην πρόκληση με ανασυγκροτημένες δυνάμεις, προσήλωση και ετοιμότητα, δίχως εκπτώσεις. Τραγούδησε με ορθοτονία, καθαρή άρθρωση, άρτια επεξεργασμένη φραστική, όπως επίσης καλή αντίληψη του ιδιαίτερου ύφους και των απαιτήσεων του μπελίνειου μπελ-κάντο. Υπηρέτησε αφειδώλευτα το τραγούδι της με ταιριαστές διανθίσεις, καίριες αυξομειώσεις δυναμικής και έντεχνο χειρισμό των μεταπτώσεων χροιάς της φωνής, ενώ εμφύσησε στη συναυλιακή εκτέλεση ισορροπημένες, διακριτικές δόσεις θεατρικότητας.

Συναρπαστικός και συγκινητικός ως Αρτούρο υπήρξε ο λυρικός τενόρος Τζον Οσμπορν. Διεθνώς διάσημος για τις υποδειγματικές ερμηνείες του στο «σοβαρό» ροσίνειο και στο γαλλικό ρεπερτόριο, ο 51χρονος Αμερικανός τραγουδιστής υποστήριξε άριστα κάθε αισθητική και (δεξιο)τεχνική ιδιαιτερότητα του ρόλου. Με καλή τεχνική αξιοποίησε τη μοναδικά γλυκιά, φωτεινή, μαλακιά φωνή του στο πλάσιμο μιας ιδανικά μπελκαντιστικής -εκφραστικά φορτισμένης και ρευστής, αλλά ακριβούς- φραστικής, αρθρωμένης με ομοίως καλαίσθητη, στυλιζαρισμένη θεατρικότητα. Συναρπαστικές, κρυστάλλινης καθαρότητας και τονικής ασφάλεια ήταν οι διάσημες, σημειακές κορυφώσεις σε ακραία ψηλές νότες.

Δίχως να υποτιμά κανείς την πολύ καλή πλαισίωση από τους συμπρωταγωνιστές τους, Πουλίτση και Οσμπορν υπήρξαν οι αδιαπραγμάτευτοι άξονες του ακροάματος και ταυτόχρονα άφησαν να «φωτιστούν» προδρομικές αναφορές (Ροσίνι) και επιγονικές προοπτικές (Βέρντι) της μπελίνειας φωνητικής γραφής. Ομοια εξαιρετικοί ήσαν ο χειμαρρώδης, στεντόρειος Ουκρανός βαρύτονος Γιούρι Σαμοΐλοφ ως «κακός/άτυχος» Ρικάρντο, ο Αργεντίνος ηδύφωνος βαθύφωνος Ναουέλ Ντι Πιέρο ως στοργικός θείος Σερ Τζόρτζιο και ο γεννημένος στη Μαδαγασκάρη λυρικός τενόρος Σάχι Ράτια ως σερ Μπρούνο Ρόμπερτσον. Το φροντισμένα συνταιριασμένο πολύπτυχο των πρωταγωνιστών συμπλήρωσαν με ηχηρή μεταλλική φωνή η μεσόφωνος Μάρθα Σωτηρίου ως Βασίλισσα Ενρικέτα και ο μπασοβαρύτονος Γιώργος Παπαδημητρίου ως Λόρδος Γκουαλτιέρο Βάλτον.

Καθαρή απόλαυση πρόσφερε το παίξιμο των μουσικών της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών υπό τον Αλφόνς Σεμέν. Διευθύνοντας με νεύρο, σφιχτό στιλιζάρισμα και εκφραστική αμεσότητα που, όμως, δεν βίαζε το μελωδικό ξετύλιγμα της μουσικής από τα έγχορδα και τις φωνές των μονωδών, ο Γάλλος αρχιμουσικός πρόσφερε ένα επιτυχημένα μπελίνειο ακρόαμα. Ξεχώρισαν τα σόλι από τα ξύλινα και, κυρίως, τα χάλκινα πνευστά της ΚΟΑ, κόρνο και τρομπέτα: με ωραία χροιά, τονικώς ασφαλή, διατυπωμένα με φραστική ρομαντικής φωνητικής εκφραστικότητας. Συντονισμένη και ακριβής ήταν η απόδοση της Μεικτής Χορωδίας του Δήμου Αθηναίων, η οποία ακούστηκε μέσα από διακριτική φωνητική ενίσχυση μιας και ήταν τοποθετημένη στο βάθος της σκηνής, πίσω από την ορχήστρα.

Εχοντας πια στα αυτιά μας την εμπειρία αθηναϊκών χώρων μουσικής που διαθέτουν ιδανική ακουστική από άποψη ηχοχωρητικότητας -εννοώ το Μέγαρο Μουσικής και, βεβαίως, τη θαυμάσια μεγάλη αίθουσα της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ- η ακουστική στο Ολύμπια φάνηκε ξεκάθαρα ότι οριακά μόνον χωρούσε φωνές όπως αυτές του Οσμπορν ή του Σαμοΐλοφ, ακόμη και της Πουλίτση, που κατέκλυζαν με πιεστική ένταση τον χώρο. Επεκτείνοντας τη σκέψη ένα βήμα παραπέρα, καταλαβαίνει κανείς τι περιορισμούς έθετε αυτό από άποψη ρεπερτορίου, φωνών και ορχήστρας για την ΕΛΣ κατά τις παρ’ ολίγον επτά δεκαετίες που την είχε ως μόνιμη έδρα της.