Η ιστορία των «σκεπασμένων» ποταμών της Αττικής έχει πολλές και ενδιαφέρουσες όψεις. Ερχεται από πάρα πολύ παλιά και φτάνει ώς το σήμερα. Αρκετές δεκαετίες πριν αυτοί μετατραπούν σε υπόγειους αγωγούς για τα νερά της βροχής που ρέουν στο ασφαλτοστρωμένο λεκανοπέδιο, ο Ιλισός, ο Ηριδανός και ο Κηφισός είχαν υπάρξει θεότητες της αρχαιοελληνικής μυθολογίας αλλά και διαχρονικά τοπόσημα της Αθήνας με πολυδιάστατες συνδηλώσεις στη διαχρονία.
Ανάμεσα στο τέλος του Mεσοπολέμου και τις δεκαετίες της ένδοξης δράσης των εργολάβων της ανοικοδόμησης οι μισομπαζωμένες κοίτες τους έγιναν πεδία παιχνιδιού για δυο γενιές Αθηναίων. Αργότερα ήρθαν οι αφ’ υψηλού γκρίνιες των πολεοδόμων και τα μάταια μνημόσυνα της μετάνοιας, οι καταθέσεις αναμνήσεων, το κυνήγι των παλιών φωτογραφιών και, τέλος, η ψηφιακή μετανάστευση όλων αυτών στο διαδίκτυο. Σήμερα το χνάρι των κρυμμένων διαδρομών τους διαγράφεται μόνο στο δίκτυο των αθηναϊκών δρόμων… Η θλιβερή ιστορία της κατάχωσής τους και η κρυφή ελπίδα να ξαναβγούν αυτοί στο αττικό φως διατρέχουν «Το μυστικό των ποταμών» του Μηνά Αλεξιάδη. Η σύνθεση της «οικολογικής όπερας σε δύο πράξεις» ήταν ανάθεση της ΕΛΣ. Την πρώτη της παρουσίαση (22/7/2023) παρακολουθήσαμε στο πλαίσιο του 3ου Φεστιβάλ Λυρικός Νότος που διοργάνωσε η ΕΛΣ με συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης μέσω του Συνδέσμου Δήμων Νότιας Αττικής, στο πλαίσιο του ΠΕΠ Αττικής.
Ο συνθέτης ανήκει σ’ αυτούς που βίωσαν από πρώτο χέρι κομμάτι αυτής της ιστορίας: γεννήθηκε το 1960 στην περιοχή του ποταμού Κυκλόβορου (νυν Διαβολόρεμα) και έζησε τα νηπιακά και παιδικά του χρόνια κοντά στον μπαζωμένο ποταμό Ιλισό, στη σημερινή περιοχή των οδών Μιχαλακοπούλου και Ξενίας. Παρά τη χρήση οπερατικών φωνών και την ευφυή πολυαναφορικότητα της μουσικής γραφής, «Το μυστικό των ποταμών» σαφώς δεν είναι τυπική όπερα: η δομή, η μουσική και η μουσικοθεατρική δραματουργική οργάνωση τείνουν προς αυτές ενός σκαμπρόζικου μουσικού θεάτρου, ενός «πειραγμένου» μιούζικαλ, στο οποίο εξάλλου παραπέμπει και η ηλεκτρική ενίσχυση όλων των (οπερατικών) φωνών.
Ο Αλεξιάδης χειρίζεται με θαυμαστή άνεση ένα καλειδοσκοπικά πλούσιο απόθεμα αναμνήσεων και ντόπιων αναφορών κυρίως σε χρηστικά μουσικά είδη (τραγούδι Μεσοπολέμου, τάνγκο, «σκυλάδικο» κ.λπ.) με έντονο αποτύπωμα στο συλλογικό φαντασιακό. Με αυτό το υλικό συνθέτει μια γραμμική παρέλαση εκτενών στροφικών τραγουδιών, τα οποία συνέχουν γέφυρες πρόζας. Σε πρώτο επίπεδο το θέμα είναι όντως τα θαμμένα ποτάμια της Αθήνας. Ωστόσο, με πρωταγωνιστές τους τρεις ποταμούς και κάποιους αγοραίους χαρακτήρες της νυχτερινής ζωής, η δράση εντρυφεί εμμονικά και απενοχοποιημένα στην τοπογραφία και στο ερωτικό πάρε-δώσε των επώνυμων χαμαιτυπείων των 70s στις περιοχές των μπαζωμένων ρεμάτων (Αλκατράζ κ.ά.). Θέαμα και ακρόαμα συνθέτουν μια ξέφρενη, σπινθηροβόλα μπουρλέσκ. Το πνευματώδες λιμπρέτο, επίσης του Αλεξιάδη, είναι γραμμένο σε χειμαρρώδη, επιτηδευμένα έμμετρο στίχο, αχαλίνωτα διανθισμένο με επικαιρικές ατάκες, απερίφραστα πονηρά ομόηχα, ομοιοκαταληξίες και παρηχήσεις. Το όλο αποτείνεται σε –να πούμε «περπατημένο», «συμπαθούν»;– ενήλικο ακροατήριο με επαρκείς παραστάσεις, ικανό να «πιάνει» και να αποκωδικοποιεί αστραπιαία το καταιγιστικό δίκτυο υπονοουμένων και αναφορών…
Ο σκηνοθέτης Νίκος Διαμαντής και οι συνεργάτες του στη σκηνική υλοποίηση (σκηνικά, κοστούμια, χορογραφίες, φωτισμοί, βίντεο) συνέθεσαν μια παρατακτική ροή από φανταστικές σκηνές που οπτικοποιούν τα δρώμενα αφαιρετικά και συμβολικά αλλ’ επίσης εύληπτα και με αβάσταχτης ελαφρότητας ευρηματικότητα. Την παράσταση στήριξαν εννεαμελής διανομή Ελλήνων μονωδών (Κεχρής, Μαυρογένης, Ματθαιακάκης, Πολυχρονίδη, Βαρλάμου, Συγγενιώτου, Σπανάτης) και εξαμελές φωνητικό σύνολο. Συμμετείχε, επίσης, 12μελές ορχηστρικό σύνολο. Υπό τη διεύθυνση του Ανδρέα Τσελίκα, άπαντες υπηρέτησαν το ριψοκίνδυνα ιδιαίτερο στίγμα «Του μυστικού των ποταμών» ταιριαστά και κυρίως με κέφι. Στο τέλος της μίας και μοναδικής παράστασης του έργου, που φιλοξενήθηκε στην κεντρική σκηνή της ΕΛΣ, το ενθουσιώδες χειροκρότημα ενός κοινού τόσο υβριδικού όσο και το ίδιο το έργο, έδειξε ότι το μήνυμα του Αλεξιάδη –μουσικό, οικολογικοϊστορικό ή ό,τι άλλο!– είχε βρει παραλήπτη.
