Περίεργο –για λόγους που θα καταστούν αντιληπτοί πιο κάτω– αλλά ταυτόχρονα αναμενόμενα ενδιαφέρον έως συναρπαστικό ήταν το ρεσιτάλ μουσικής δωματίου που έδωσε ο Λεωνίδας Καβάκος στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής στις 30/11/2022.
Ο διεθνής Ελληνας βιολιστής και η τακτική Κινέζα συνοδός του στο πιάνο, Γιούτζα Ουάνγκ, ερμήνευσαν ένα πρόγραμμα με σονάτες για βιολί και πιάνο, που γεφύρωσε τον Γερμανικό Ρομαντισμό με τον 20ό αιώνα. Το ίδιο πρόγραμμα -αυτούσιο ή σε παραλλαγές- έχουν επανειλημμένα παρουσιάσει σε μείζονα, διεθνή μουσικά κέντρα, ένθεν το φανερό δέσιμο και η άνεση των βαθιά επεξεργασμένων ερμηνειών.
Η βραδιά στην κατάμεστη, μεγάλη αίθουσα ξεκίνησε με τη «Σονάτα για βιολί αρ.1, Regensonate» (1878/79) του Μπραμς, ένα από εκείνα τα εκτενή αριστουργήματα μουσικής δωματίου του ώριμου Ρομαντισμού που είναι απ’ αρχής μέχρι τέλους διαποτισμένα από σπάνιο συνδυασμό ευγένειας και πάθους. Η ερμηνεία που πρότειναν οι δύο μουσικοί ξένισε κυρίως, διότι ακύρωσε αυτές ακριβώς τις ποιότητες. Δοσμένο με θεϊκή καθαρότητα τόνου και αβίαστο συντονισμό, το ακρόαμα που διέπλασε ο κορυφαίος Ελληνας βιολιστής διατήρησε –με αναπόδραστη εξαίρεση κάποιες κορυφωματικές εξάρσεις– σταθερά χαμηλές εκφραστικές φορτίσεις, αισθητά περιορισμένο εύρος δυναμικών, άρθρωση δίχως έντονες αιχμές, ήπιες ταχύτητες.
Η αίσθηση που κυριάρχησε ήταν αυτή μιας μουσικής πρωτίστως νηφάλιας, εκφραστικά (υπερ)συγκρατημένης, έντονα εσωστρεφούς, ιδιωτικά χαμηλόφωνης. Ετσι, παρά τον δεδομένα έντονα λυρικό χαρακτήρα της σονάτας –άλλωστε αυτή αντλεί θεματικό υλικό από ένα τραγούδι του συνθέτη, όθεν και το προσωνύμιο «Regensonate»–, το αποτέλεσμα ήταν ένας Μπραμς συγκινησιακά αποστειρωμένος έως αμέτοχος, σχεδόν κατατονικός, στον οποίο το εγγεγραμμένο στη μουσική πάθος αποδιδόταν με εγκεφαλική αποστασιοποίηση.
Και επειδή στις σονάτες για βιολί και πιάνο παίζουν δύο, ας σημειώσουμε ότι, ως εξαιρετική και ευφυέστατη πιανίστρια, η Γιούτζα Ουάνγκ, παρά τη δυναμική, εκφραστικά εξωστρεφή ιδιοσυγκρασία της, προσάρμοσε απόλυτα το παίξιμό της στο ερμηνευτικό στίγμα του Καβάκου, συνεισφέροντας ήχο μαλακό, ήπιων εκφραστικών φορτίσεων, παραμένοντας σχεδόν αφανής.
Δεύτερο έργο της βραδιάς ήταν η μοναδική «Σονάτα για βιολί» (1914) του Λέος Γιάνατσεκ, την οποία οι δύο μουσικοί ερμήνευσαν περίπου με τον ίδιο τρόπο: με αψεγάδιαστη ορθοτονία, τέλειο φινίρισμα φραστικής, άριστο συντονισμό αλλά και πάλι χαλιναγωγώντας τη βία και την ορμή στην εκτύλιξη της φραστικής, συγκρατώντας τη θερμοκρασία της έκφρασης σε χαμηλά επίπεδα, «στρογγυλεύοντας» τις αιχμές της μουσικής, οι οποίες, όμως, είναι καταφανώς εγγεγραμμένες στην παρτιτούρα. Τελικά, παρ’ ότι στην εκτέλεση η ανήσυχη βιασύνη της μουσικής –ειδοποιό στοιχείο του Γιάνατσεκ– δόθηκε μερικώς «εξημερωμένη», οι υψηλές ποιότητες του ήχου, της φραστικής και, βεβαίως, οι συναισθηματικώς ανεξίτηλα φορτισμένες αρμονίες της συνάρπασαν.
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με τη «Σονάτα για βιολί αρ.2» (1851) του Ρόμπερτ Σούμαν. Εδώ, αίφνης, οι δύο μουσικοί, σαν να άφησαν τα άλογά τους ελεύθερα, πρόσφεραν μια ερμηνεία μοναδικής ζωντάνιας, ωστικής ορμής και φλογερού πάθους. Γραμμένη ένα τέταρτο του αιώνα νωρίτερα από αυτήν του Μπραμς που ακούσαμε στο ξεκίνημα του ρεσιτάλ, η σύνθεση του Σούμαν διέπεται από το οικείο, καθαρόαιμα ρομαντικό ύφος του: συναισθηματικά ανήσυχες φορτίσεις, ευανάγνωστο μελωδικό στίγμα, ορμητική ροή της φραστικής, με ενίοτε καλπασματικό βηματισμό, κατάτμηση σε εκτενείς παραγράφους διακριτές μέσω σαφών μεταπτώσεων σε ρυθμό, ένταση και ταχύτητες, έντεχνα συσσωρευόμενη ένταση στις κορυφώσεις.
Την ιδιαίτερης κλίμακας μουσική δραματουργία του Σούμαν απέδωσαν οι Καβάκος και Ουάνγκ με περισσή ζωντάνια, θαυμαστά αβίαστο παίξιμο, εκφραστική αμεσότητα και πάθος που ουδέποτε εκτροχίαζε την εκτέλεση αλλά και που –χάρη στις ύψιστης δεξιοτεχνίας επιδόσεις αμφοτέρων– ουδέποτε χρειάστηκε να μετριαστεί για λόγους άρτιας τεχνικής επίδοσης. Ακόμη και στις πιο γοργές, ακραία φορτισμένες παραγράφους, η μουσική ουδέποτε απώλεσε τη διαφάνειά της, ενώ με θαυμαστή ευφράδεια αποδόθηκαν οι περιστασιακά αναδυόμενοι θύλακες απερίφραστης μελωδίας!
Ανταποκρινόμενοι στο ενθουσιώδες, επίμονο χειροκρότημα του ακροατηρίου, Καβάκος και Ουάνγκ πρόσφεραν με γενναιοδωρία τρία εκτός προγράμματος κομμάτια: το πρώτο μέρος από τη «Ραψωδία για βιολί και πιάνο αρ.1» του Μπάρτοκ, το Scherzo που συνεισέφερε ο Μπραμς στη «Σονάτα F-A-E» και το Scherzo από τη «Σονάτα για βιολί και πιάνο, αρ.3» του Μπραμς.
