Ηταν 3 Ιουλίου, στη Νέα Σμύρνη, όταν ο ΛΕΞ έδινε τη μεγαλύτερη ραπ συναυλία στην Ελλάδα. Μέχρι την επόμενη, 110 μέρες μετά. Ο πιο επιδραστικός Ελληνας ράπερ το έκανε πάλι όπως μόνο εκείνος ξέρει, αλλά αυτή τη φορά «έπαιζε» εντός έδρας, στη Θεσσαλονίκη.
Στο λεξικό του οι λέξεις promo και διαφημίσεις είναι άγνωστες. Εδώ που τα λέμε δεν τις χρειάζεται καθόλου. Αρκούσε ένα story στο instagram για να φύγουν περισσότερα από 20 χιλιάδες εισιτήρια μέσα σε 48 ώρες, με τους πιστούς ακολούθους του να σβήνουν ανυπόμονα τις μέρες μία μία μέχρι τη συναυλία στο Καυτανζόγλειο σαν άλλοι φυλακόβιοι.
Παρότι οι διοργανωτές άνοιξαν από πολύ νωρίς τις πόρτες για να αποφευχθεί ο συνωστισμός, αρκετός κόσμος είχε στήσει καραούλι έξω από τις θύρες και με το που άνοιξαν οι πύλες «πήδηξαν τους φράχτες», ξεχύθηκαν στην αρένα και το Καυτανζόγλειο ζούσε μέρες Χατζηπαναγή.
Μπορεί να μην εμφανίστηκε καλλιτέχνης να ανοίξει τη συναυλία δίκην support, αλλά στη σκηνή βρέθηκαν κάποιοι άλλοι άνθρωποι που χρειάζονται τη δική μας υποστήριξη. Απολυμένοι εργαζόμενοι στη «Μαλαματίνα» πήραν τον λόγο, υπενθύμισαν στον κόσμο ότι η αλληλεγγύη είναι το καταφύγιο του λαού και δανειζόμενοι παράλληλα τους στίχους του ΛΕΞ «για τον πόνο των φτωχών που γίνεται η τέχνη των αστών» πέρασαν τα πολύ δυνατά τους μηνύματα.
Σειρά πήρε μια παρέμβαση για τον βιασμό της 19χρονης κοπέλας στο «αμαρτωλό» Α.Τ. Ομόνοιας από δύο αστυνομικούς, οι οποίοι αφέθηκαν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους. Τη στιγμή που μιλούσε η κοπέλα από το μικρόφωνο το κοινό μπορεί να έκανε ησυχία, αλλά η οργή στα βλέμματά τους ήταν φανερή για άλλο ένα περιστατικό αστυνομικής βίας που μένει ατιμώρητο.
Το κοινό είχε πάρει θέση και η προσμονή χτυπούσε κόκκινο. «ΛΕΞ όρμα τους» έγραφε ένα κινητό που εμφανίστηκε στο μόνιτορ και λίγο μετά τις 10 έγινε πράξη. Ο ΛΕΞ ορμάει στη σκηνή και το γήπεδο φλέγεται. Ο κόσμος μεταμορφώνεται σε χορωδία, τραγουδά κάθε στίχο και του κάνει «πλάτες» όταν χάνει την ανάσα του συνεχίζοντας το κομμάτι για εκείνον.
Ο ΛΕΞ ορεξάτος, γεμάτος ενέργεια, έκοβε βόλτες πάνω στη σκηνή καθ’ όλη τη διάρκεια του live και ευχαριστούσε στο τέλος του κομματιού τον κόσμο που βρέθηκε εκεί. «Δεν είμαι αυτός που νομίζουν πως είμαι/ δεν ήμουνα πάντα σωστός/ Μα αν το παιδί σου αγαπάω σαν παιδί μου/ μάλλον σημαίνει πως είσαι αδερφός».
Η σχέση που έχουν αναπτύξει άλλωστε είναι οικογενειακή. Το κοινό απολάμβανε τη σύμπνοια της στιγμής. Μπορεί οι περίπου τριάντα χιλιάδες που βρέθηκαν στο γήπεδο να μην έχουν τις ίδιες εικόνες και ανησυχίες, αλλά μοιράστηκαν μια κοινή στιγμή. Ανθρωποι διαφορετικών ηλικιών, αλλά μιας παρόμοιας γενιάς.
Μια γενιά που βλέπει χρόνια τώρα την κρίση να μεγαλώνει και τα όνειρά της να μικραίνουν. Ο ΛΕΞ είναι κομμάτι αυτής της γενιάς και την εκπροσωπεί παραμένοντας ταπεινός και πεινασμένος. Μιλάει για τα σκοτάδια τους, τις χαρές τους και για όλα εκείνα που δεν θα βρεις στο δελτίο των εννιά. Για την φτώχεια, για τα πρόσωπα της βίας, για την αστυνομοκρατία, για ρευματοκλοπές και υποκλοπές, για τους «αλήτες» του δρόμου με τις καθαρές ψυχές.
Σε μια εποχή που τοποθετεί έναν μεγεθυντικό φακό με κάθε ευκαιρία στις διαφορές των ανθρώπων, έρχεται ένας τύπος από το Φάληρο να υψώσει τη φωνή του και να ενισχύσει τα ντεσιμπέλ όλων εκείνων που δεν έχουν φωνή, για εκείνους που «φοβούνται μη γλιστρήσουν από τον έβδομο σκόπιμα». Η ατμόσφαιρα μπορεί να ήταν πνιγηρή από τους καπνούς των πυρσών, αλλά ακόμα και έτσι είχε πολύ περισσότερο οξυγόνο απ’ όσο υπάρχει εκεί έξω.
Τα όσα ακολούθησαν μετά τη συναυλία, με τις χυδαίες βρισιές και τα χημικά από τα ΜΑΤ, μας υπενθύμισαν ότι το Καυτανζόγλειο ίσως ήταν μια φούσκα. Ο χρόνος θα δείξει αν θα αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια και αν θα κρατήσει μακριά όλους εκείνους που θέλουν να την τρυπήσουν.
