Τα 100 χρόνια της λειτουργίας του στα νεότερα χρόνια γιόρτασε φέτος το ιστορικό μπαρόκ Θέατρο του Ντρότνινγκχολμ παρουσιάζοντας για πρώτη φορά στην ιστορία του όπερα του Βιβάλντι. Μέρος του συγκροτήματος των παλαιών ανακτόρων των βασιλέων της Σουηδίας στα περίχωρα της Στοκχόλμης, το θαυμάσιο αυτό θέατρο χτίστηκε από τη βασίλισσα Λοβίζα Ουλρίκα το 1764-66 για να στεγάσει αυλικές παραστάσεις θεάτρου και όπερας. Το 1777 η βασίλισσα το δώρισε στον γιο της, τον πεφωτισμένο, φιλότεχνο βασιλιά Γουσταύο Γ΄ (1746-1792), στην 20ετή διάρκεια της βασιλείας του οποίου το θέατρο γνώρισε μεγάλες δόξες.
Ωστόσο, μετά τη δολοφονία του Γουσταύου –θέμα του βερντιανού «Χορού μεταμφιεσμένων»– περιέπεσε σε αχρησία, μετατράπηκε σε αποθήκη και ξεχάστηκε. Ομως το κτίριο με την ασυνήθιστα βαθιά σκηνή του, μαζί με τα παλιά σκηνικά και τον πλήρη αυθεντικό εξοπλισμό της σκηνικής μηχανής του διασώθηκαν. Το θέατρο ανακαλύφθηκε –ουσιαστικά αναγνωρίστηκε!– τυχαία το 1921 και από το 1922, με άδεια των βασιλέων, συντηρήθηκε και άρχισε πάλι να φιλοξενεί παραστάσεις μπαλέτου και όπερας· αρχικά αραιά και από τη δεκαετία του ’80 τακτικά. Το 1991 εντάχθηκε στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Σήμερα το διαχειρίζεται το κρατικό Μουσείο Θεάτρου του Ντρότνινγκχολμ που διοργανώνει σε αυτό κάθε καλοκαίρι παραστάσεις όπερας μπαρόκ με όργανα εποχής και ιδιαίτερα προσεγμένη, ιστορική σκηνική αισθητική.
Τη φετινή επετειακή παραγωγή, που περιλάμβανε το πρώτο ανέβασμα όπερας του Βιβάλντι στο Ντρότνινγκχολμ (6/8/2022), εμπιστεύτηκαν οι Σουηδοί στον Γιώργο Πέτρου και την ελληνική δημιουργική ομάδα του. Ο διεθνώς διάσημος Ελληνας αρχιμουσικός διηύθυνε και σκηνοθέτησε τον «Τζουστίνο» (1724), ένα τρίπρακτο έργο σε παλαιότερο, τυπικά ψευδοϊστορικό λιμπρέτο. Γεμάτη δολοπλοκίες, διασταυρούμενους έρωτες και φανταστικές καταστάσεις, η υπόθεση μεταπλάθει με περισσή αυθαιρεσία την ιστορία της ανόδου του Ιουστίνου Α΄ (450-527) στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης όπου αντικατέστησε τον αυτοκράτορα Αναστάσιο (431-518). Η παράσταση συγκέντρωσε πολύ θετικές κριτικές.
Ο Πέτρου παράλλαξε την αυθεντική ιστορία του λιμπρέτου εμφυτεύοντας σε αυτήν τεχνηέντως στοιχεία της τραγικής ιστορίας του φιλόμουσου Γουσταύου, δίχως όμως να καταργεί και την κυρίαρχη παραμυθένια διάσταση της όπερας. Το αποτέλεσμα ήταν ένα απολαυστικό, πνευματώδες, ενδιαφέρον παλίμψηστο, που συγκράτησε το ενδιαφέρον –η παράσταση διήρκεσε σχεδόν τέσσερις ώρες!–, εξισορρόπησε την αβάσταχτη ελαφρότητα του πρωτοτύπου και, ταυτόχρονα, πρόσφερε μια πειστική, πνευματώδη και καλαίσθητη γείωση στα ιστορικά συμφραζόμενα της εποχής και του τόπου (Σουηδία, μπαρόκ, Γουσταύος ΙΙΙ, Ντρότνινγκχολμ).
Ο Πέτρου και ο σκηνογράφος Πάρις Μέξης αξιοποίησαν εξαντλητικά το μεγάλο απόθεμα αυθεντικών μπαρόκ σκηνικών του θεάτρου. Οι αριστοτεχνικά διακριτικοί φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου αναπαρήγαγαν και ενίσχυσαν την εντύπωση ενός θεάματος φωτισμένου από κεριά (θύμισαν το «Μπάρι Λίντον» του Κιούμπρικ!), συμβάλλοντας αποφασιστικά στη δημιουργία της ψευδαίσθησης του πώς θα φαινόταν μια αυθεντική παράσταση πριν από 250 χρόνια.
Μουσικά το μοναδικά απολαυστικό ακρόαμα στηρίχτηκε στην 26μελή ορχήστρα οργάνων εποχής του θεάτρου του Ντρότνινγκχολμ και σε μια διεθνή οκταμελή διανομή μονωδών ψαγμένα στελεχωμένη, έτσι ώστε να αναπαραγάγει προσεγγιστικά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα ενός ακροάματος στο οποίο την εποχή του μπαρόκ τον κύριο τόνο έδιναν οι φωνές των καστράτων. Φωτίζοντας διακριτικά την queer διάσταση της αναβίωσης του μπαρόκ, οι κόντρα-τενόροι Ραφαέλε Πε (Αναστάσιος/Γουσταύος ΙΙΙ), Γιούρι Μινένκο (Τζουστίνο), Φεντερίκο Φλόριο (Αμάντσιο) συνδύασαν τις φωνές τους με αυτές των υψίφωνων Σόφι Ασπλουντ (Αριάννα/Βασίλισσα), Γιοχάνα Βάλροτ (Λεοκάστα) και Ελιν Σκόρουπ (Τύχη/Λοβίζα Ουλρίκα), της μεσόφωνου Λίνεα Αντρεάσεν (Ανδρόνικος) και των τενόρων Χουάν Σάντσο (Βιταλιάνο) και Τζιχάν Σιν (Πολιντάρτε).
Ο Πέτρου διηύθυνε με γνώση, σβελτάδα και νεύρο, υποστηρίζοντας τους τραγουδιστές, παρέχοντας πάντα απαραίτητο χώρο για την ανάπτυξη των λυρικών μερών και, κυρίως, υπογραμμίζοντας τον ευφάνταστα και ευρηματικά ιδιαίτερο χαρακτήρα της γραφής του Βιβάλντι για την όπερα. Η άριστη ακουστική του μικρού, ιστορικού θεάτρου –χωρά μόλις 400 θεατές– ανταποκρίθηκε ιδανικά στις ηχητικές απαιτήσεις του ακροάματος, χαρίζοντας μια μοναδικά σαγηνευτική και απολαυστική εμπειρία! Μια πολυτελής ελληνική πρωτιά από τη μακρινή Σουηδία!
