Στο πλαίσιο σειράς ρεσιτάλ πιάνου που διοργάνωσε το κρατικό Μέγαρο Μουσικής υπό τον αγγλόφωνο τίτλο «Piano Masters», η διάσημη Μιτσούκο Ουτσίντα πρόσφερε στους Αθηναίους φιλόμουσους μια πολύ ιδιαίτερη βραδιά (24/5/2022).
Δυστυχώς, στη διάρκειά της, πρωταγωνίστησαν σε απίστευτη συχνότητα παρεμβολές από κλήσεις κινητών τηλεφώνων. Φαινόμενο που δεν είναι άγνωστο ούτε διεθνώς, στη χώρα μας, ωστόσο, έχει εξελιχθεί σε πραγματική πληγή: το όποιο –ο Θεός να το κάνει φιλόμουσο– κοινό δείχνει να αδιαφορεί ολοκληρωτικά όχι μόνον για την ευγενική προτροπή που αναμεταδίδεται από τα μεγάφωνα πριν από την έναρξη κάθε συναυλίας, αλλά επιπλέον δεν φαίνεται καν να ενοχλείται. Επιπλέον, χειροκροτεί κυριολεκτικά όπου λάχει: ανάμεσα στα μέρη ενός έργου, σε μία στίξη της μουσικής, έπειτα από κάτι εντυπωσιακό. Τρεις δεκαετίες τακτικής μουσικής ζωής, μια τρύπα στο νερό….
Ως εάν να αποτεινόταν στο ψαγμένο κοινό κάποιας δυτικής μεγαλούπολης, η 73χρονη Ιαπωνοβρετανή πιανίστρια πρότεινε ένα διμερές πρόγραμμα, στο εκκεντρικό πρώτο μέρος του οποίου αντιπαρέθεσε γνωστές συνθέσεις του Μότσαρτ σε συχνή εναλλαγή προς σύντομα κομμάτια του σύγχρονου Ούγγρου συνθέτη Γκέργκι Κούρταγκ, ανθολογημένα από τον οκτάτομο κύκλο «Παιχνίδια» (1979-2010), και το «Ζευγάρι των Αιγυπτίων στο δρόμο για το άγνωστο…», επίσης του Κούρταγκ.
Τα επίτηδες απλ(οϊκ)ά, αποσπασματικά «Παιχνίδια» ξεκίνησαν να γράφονται για παιδιά με στόχο να καταδείξουν στους αρχάριους έναν νέο –κατά τον Κούρταγκ– τρόπο προσέγγισης του πιάνου και της μουσικής. Ιδιαίτερα εξεζητημένη, αλλά όχι άνευ σημασίας, η τολμηρή αυτή πρόταση αντιπαρέθεσε τις ευθέως μελωδικές, δομικά ολοκληρωμένες μουσικές από το ξεκίνημα της κλασικής παράδοσης προς ακούσματα από τα τελειώματα του ιστορικού μοντερνισμού των ώριμων μεταπολεμικών δεκαετιών. Ενδιάμεσα ακούσαμε την εκτενή «Φαντασία, Κ.457» και τη «Σονάτα, Κ.570» του Μότσαρτ.
Τις ερμηνείες της Ουτσίντα χαρακτήρισε το γνωστό αψεγάδιαστα ακριβές, εξευγενισμένης αισθητικής, αιθέριων φορτίσεων, πρωτορομαντικά εκφραστικό παίξιμο. Ολο το δεύτερο μισό της βραδιάς αφιέρωσε η πιανίστρια στον αγαπημένο συνθέτη των πιανιστών Ρόμπερτ Σούμαν. Ακούστηκε ο κύκλος «Χοροί των οπαδών του Δαυίδ». Στην ερμηνεία των 19, ακριτομυθικά σύντομων κομματιών, κυριάρχησαν το ακριβές, απαλό, εσωστρεφώς στοχαστικό παίξιμο και η ευαίσθητη απόδοση των διαφορετικών κυρίαρχων χαρακτηριστικών και μεταπτώσεων στις διαθέσεις.
Μεταγραφές για δύο πιάνα από τον κόσμο της όπερας

Λίγες μέρες αργότερα, οι πιανίστες Λευκή Καρποδίνη και Μάικλ Μπράουνλι-Γουόκερ πρόσφεραν μια πολύ ιδιαίτερη βραδιά με μουσικές για πιάνο-ντούο, αντλημένες από το απέραντο ρεπερτόριο της όπερας. Το δίδυμο ρεσιτάλ φιλοξενήθηκε στην άριστης ακουστικής νεοκλασική αίθουσα του «Παρνασσού» (28/5/2022). Υπό τον τίτλο «Μια βραδιά στην όπερα» ακούστηκε ένα συνδυασμός από εύκολες στην πρόσληψη, χρηστικές πιανιστικές μεταγραφές μουσικών προερχόμενων από διάσημες όπερες και μια εκτενής ρομαντική φαντασία, δηλαδή δεξιοτεχνικά απαιτητική, δημιουργική επεξεργασία/παράφραση αντίστοιχου πρωτογενούς υλικού.
Στα πρώτα περιλαμβάνονταν η Εισαγωγή από τον «Μαγικό αυλό» (Μότσαρτ/Μπουζόνι), οι «Πολοβτσιανοί χοροί» από τον «Πρίγκιπα Ιγκορ» (Μποροντίν/Πόπε), το τριμερές «Ύμνος, Εμβατήριο και Χοροί» από την «Αΐντα» (Βέρντι/Πιερνέ), η πασίγνωστη (ελέω της κινηματογραφικής «Ντίβας» του Μπενιέξ, 1981) άρια «Ebben? ne andrò lontana» από την όπερα «Η Βαλί» (Καταλάνι/Μάικ Μπράουνλι-Γουόκερ), η άρια «O mio babbino caro» από τον «Τζάνι Σκίκι» (Πουτσίνι/Ανδρικόπουλος) και η «Φαντασία για δύο πιάνα Πόργκι και Μπες» (Γκέρσουιν/Γκρέιντζερ). Το δεύτερο ήταν η διάσημη, ασυζητητί μουσικά ενδιαφέρουσα «Μεγάλη Φαντασία για δύο πιάνα: Αναμνήσεις από την όπερα Νόρμα» (Μπελίνι/Λιστ). Ολα τα κομμάτια παίχτηκαν με ακρίβεια, προσήλωση και μουσικότητα, πόσο μάλλον που από μόνες τους οι μουσικές περιείχαν πολλές, γνωστές και δημοφιλείς μελωδίες.
Τα δύο ήδη ακουσμάτων λειτούργησαν συμπληρωματικά αλλά αναπόδραστα και ως αντιπαραθέσεις: στις απλές μεταγραφές το ενδιαφέρον εστιάστηκε –και εξαντλήθηκε– στην αυθόρμητη σύγκριση πρωτοτύπου και πιανιστικού «ομοιώματος», ενώ στη «Φαντασία» του ο Λιστ προτείνει τη δική του, εκφραστικά και πιανιστικά πληθωρική οικειοποίηση ακουσμάτων από την μπελίνεια «Νόρμα», διατυπωμένων με οδηγό μια διαφορετική συγκίνηση και μουσική αισθητική. Σίγουρα ένα πρόγραμμα με πιο ενισχυμένη έμφαση σε παραφράσεις θα ήταν ασυζητητί πιο ενδιαφέρον. Ανταποκρινόμενοι στο ενθουσιώδες χειροκρότημα του ακροατηρίου, οι δυο πιανίστες πρόσφεραν εκτός προγράμματος σε μεταγραφή την άρια «Nessun dorma» από την «Τουραντότ» του Πουτσίνι.
