Η περίπτωση του Hozier είναι από εκείνες που λες «τελικά ένα τραγούδι αρκεί για να κάνει το θαύμα του». Συγκεκριμένα, επρόκειτο για ένα τραγούδι που έχει τίτλο «Take me to church», το οποίο μιλά σχεδόν με λόγια θρησκευτικά για έναν έρωτα. Πριν προλάβουμε να μάθουμε πώς προφέρεται το όνομα του δημιουργού του, ξέραμε τους στίχους απ’ έξω. Αυτό, λοιπόν, το ταλαντούχο πλάσμα, που ονομάζεται Αντριου Χόζιερ- Μπερν, αλλά όλοι γνωρίζουμε ως Hozier σκέτο, είναι Ιρλανδός τραγουδιστής, μουσικός, συνθέτης που γεννήθηκε στις 17 Μαρτίου 1990.
Ο πατέρας του -μουσικός επίσης- υπήρξε μπλούζμεν στο Δουβλίνο, και συγκεκριμένα ντραμερ. Ωστόσο, από τη στιγμή που καθηλώθηκε σε αναπηρικό αμαξίδιο η ζωή στην οικογένεια άλλαξε άρδην.
Ο Hozier ξεκίνησε να ασχολείται με τη μουσική εκεί κοντά στην εφηβεία. Είχε επιλέξει ως αγαπημένο όργανο την κιθάρα και είχε αποφασίσει να επικεντρωθεί στη φολκ, την γκόσπελ και την μπλουζ, που άφησε στη μέση ο πατέρας του. Πέρασε ένα διάστημα στο Κολέγιο Τρίνιτι αλλά το παράτησε σύντομα προκειμένου να αφιερωθεί στη σύνθεση. Παρ’ όλα αυτά όσοι τον πέτυχαν στην Trinity Orchestra θυμούνται ότι δεν περνούσε απαρατήρητο το ταλέντο του.
Στα 24 του χρόνια είδε την πρώτη του κυκλοφορία να σκαρφαλώνει στα τσαρτ όποιας χώρας τον ανακάλυπτε. Στην πραγματικότητα το πρώτο του EP με τίτλο «Take me to church» κυκλοφόρησε το 2013 και το ομώνυμο κομμάτι τον έφερε στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας αφού έγινε viral.
Οι στίχοι του που χτυπούν αμέσως ευαίσθητες χορδές «στήνουν στον τοίχο» όσους υπονομεύουν τις ανθρώπινες ελευθερίες, ποινικοποιώντας τη σεξουαλικότητα. Οταν, δε, κυκλοφόρησε και το βίντεο κλιπ του κομματιού (οι εικόνες που δείχνει καταδικάζουν σαφώς την πολιτική του ρωσικού κράτους απέναντι στους LGBT παρουσιάζοντας ένα ζευγάρι ομόφυλων ανδρών να υποφέρει στα χέρια τραμπούκων), τότε ήταν σαφές για τι μιλούσε.
Μη μείνετε στο «Take me to church», γιατί πολύ απλά θα αδικήσετε κομμάτια όπως το «From Eden» (που θυμίζει το σουξέ του δίσκου) αλλά και το «Angel of small death and the codeine scene», τη ροκιά «Jackie and Wilson», το έξοχο «Sedated» αλλά και τα «Run», «Arsonist’s Lullaby» και τη θυμωμένη εξομολόγηση «My love will never die», που υπάρχουν μόνο στην deluxe έκδοση του δίσκου.
