ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την περίφημη «Συμφωνία αρ.3, των θλιμμένων ασμάτων» του Πολωνού Χένρικ Γκούρετσκι (1933-2010) επέλεξαν ως κεντρικό έργο της φετινής πασχαλινής συναυλίας τους η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ (ΕΣΟΕΡΤ) και ο καλλιτεχνικός της διευθυντής, αρχιμουσικός Γιώργος Πέτρου. Η συναυλία φιλοξενήθηκε στην κεντρική σκηνή της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ (Μ. Δευτέρα, 18/4/2022).

Το ρεπερτόριο λειτούργησε σαν ηχείο στη μεγαλοβδομαδιάτικη πένθιμη διάθεση, ταυτόχρονα, όμως, η επιλογή του κύριου έργου υπενθύμισε ευδιάκριτα την εν εξελίξει τραγωδία στη βαλλόμενη Ουκρανία. Η βραδιά ξεκίνησε με τις επίσημες, τελετουργικές φανφάρες από τη «Sonata pian’ e forte, Ch.175, no.33» («Sacrae Symphoniae», 1597) του Γκαμπριέλι, που απέδωσαν νηφάλια, με φωτεινό, μαλακό ήχο σολίστες των χάλκινων πνευστών της ΕΣΟΕΡΤ.

Ακολούθησε η ελεγεία «Ο δρόμος του Αρχάγγελου» (1996) του Νέστορα Τέιλορ, τονική σύνθεση για ορχήστρα εγχόρδων που προβλέπει προέχουσα, σολιστική συμμετοχή για το α’ βιολί. Περνώντας από φευγαλέες μνήμες βυζαντινού μέλους, η έντονα λυρική δραματουργία της ακολουθεί μια διαδρομή μελωδικής κλιμάκωσης σε πένθιμους, στοχαστικούς τόνους. ΕΣΟΕΡΤ και Πέτρου απέδωσαν αξιοπρεπώς το νεορομαντικής γραφής έργο, παρ’ ότι, σίγουρα, μια πιο εύπλαστη, πιο τελειοθηρικά φινιρισμένη ανάγνωση και, κυρίως, πιο αβίαστης εκφοράς θα το υποστήριζε αποτελεσματικότερα.

Η συναυλία ολοκληρώθηκε με την υπόρρητα αντιπολεμική «Συμφωνία των θλιμμένων ασμάτων» του Γκούρετσκι, γραμμένη το μακρινό 1976, στο περιβάλλον της γόνιμης μετασταλινικής «Πολωνικής μουσικής αναγέννησης», που πρόσθεσε στην εργογραφία της σύγχρονης μουσικής ουκ ολίγα, σημαντικά έργα με σαφές εθνικό στίγμα. Τα μελοποιημένα κείμενα αναφέρονται έμμεσα στην πολωνική ιστορία. Η υψίφωνος τραγουδά έναν Θρήνο της Παναγίας (15ος αι.), ένα ανώνυμο μήνυμα από γκράφιτι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που βρέθηκε σε κελί της Γκεστάπο και ένα παραδοσιακό τραγούδι στο οποίο μια μάνα αναζητά σε απόγνωση τον γιο της που χάθηκε στους Ξεσηκωμούς της Σιλεσίας (1919/20).

Το έργο κατέστησε πασίγνωστο αρκετά αργότερα η απρόβλεπτα δημοφιλής ηχογράφησή του στη Nonesuch (1992), εντάσσοντάς το στον «Ιερό μινιμαλισμό». Πέτρου και Παπαθανασίου αντιμετώπισαν την ακραία μινιμαλιστική γραφή –αρχαΐζουσα λιτότητα, πολύ αργές ταχύτητες, ανεπαίσθητες μεταπτώσεις– με άκρα ευαισθησία και φροντίδα όσον αφορά τη λεπτομέρεια και, κυρίως, την ευγένεια και την εκφραστικότητα της φραστικής. Προσέδωσαν μέγιστο συναισθηματικό βάρος στην τελετουργική, σχεδόν κοπιώδη, μέχρις ακινησίας αργή εκτύλιξη της μουσικής, διατηρώντας πάντα –μείζον κατόρθωμα!– διακριτικά συνεκτικό, υποδόριο παλμό.

Ο Μύρων Μιχαηλίδης διευθύνει «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ

Στο πλαίσιο των φετινών πασχαλινών εκδηλώσεων του κρατικού Μεγάρου Μουσικής ήταν εντεταγμένη η συναυλία που έδωσε η ΚΟΑ υπό τον Μύρωνα Μιχαηλίδη τη Μεγάλη Τετάρτη (20/4/2022). Το πρόγραμμα ξεκίνησε με μια από κάθε άποψη συναρπαστική -τεταμένη, μυώδη, ζωντανή, ορμητική, συγκινησιακά άμεση!- εκτέλεση της κάποτε συχνότερα παρουσιαζόμενης «Τραγικής εισαγωγής» του Μπραμς.

Ακολούθησε το ορχηστρικό απόσπασμα «Πρελούδιο Α’ Πράξης & Θάνατος της Ιζόλδης» από τη βαγκνερική όπερα «Τριστάνος & Ιζόλδη», ένα από τα πιο αισθησιακά και, ταυτόχρονα σκοτεινά φορτισμένα ακούσματα του ώριμου Ρομαντισμού, κομμάτι εσωστρεφώς αμφίθυμων διαθέσεων, συγκεφαλαιωτικά κομβικό για τη μετέπειτα εξέλιξη της αρμονίας.

Με κύριο όχημα το συμπαγές, αδιάλειπτης εγρήγορσης, παίξιμο των εγχόρδων, ο αρχιμουσικός προσέδωσε στην ανάγνωση ρωμαλέο ωστικό παλμό, διαποτίζοντας τη μουσική με ζωντάνια, υπερχειλίζουσα ενέργεια και πυρετώδες πάθος. Εξαιρετικές ήσαν οι τοπικές συνεισφορές των ξύλινων και χάλκινων πνευστών, προσεκτικά ζυγιασμένες οι κρίσιμες ισορροπίες της δυναμικής στις παροξυσμικές κορυφώσεις. Η συναυλία ολοκληρώθηκε με το «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ, στην εκτέλεση του οποίου συνέπραξαν η Χορωδία της ΕΡΤ και η Χορωδία του Δήμου Αθηναίων, καθώς επίσης τέσσερις Ελληνες μονωδοί.

Τα ηχητικά μεγέθη των μουσικών δυνάμεων αλλά και το γενικότερο στίγμα της εκτέλεσης προσέδωσαν στην ερμηνεία εκφραστικό στίγμα ταιριαστό στον Ρομαντισμό: μεγάλος, πλούσιος, χυμώδης ήχος, μυωδώς αρθρωμένη φραστική, στεντόρειες εξάρσεις ειδικά στα έντονα δραματικά μέρη («Dies Irae» κ.λπ.). Μέτρια –ίσως λόγω της υποχρεωτικά αραιής διάταξης;– ήταν η απόδοση των δύο χορωδιών από άποψη συντονισμού, ποιότητας άρθρωσης και εστιασμένου τραγουδιού, γεγονός που συχνά θόλωνε και υπονόμευσε τη συνολική ποιότητα του ακροάματος. Το αξιοπρεπές κουαρτέτο μονωδών αποτέλεσαν η υψίφωνος Σοφία Κυανίδου, η μεσόφωνος Ειρήνη Καράγιαννη, ο τενόρος Βασίλης Καβάγιας και ο βαθύφωνος Χριστόφορος Σταμπόγλης.