Στο πλαίσιο των εκτός Μεγάρου μουσικών εκδηλώσεων που διοργανώνει η ΚΟΑ, ο τσελίστας Αγγελος Λιακάκης και ο πιανίστας Τίτος Γουβέλης έδωσαν στον «Παρνασσό» ένα δίδυμο ρεσιτάλ στο οποίο ερμήνευσαν τρεις σονάτες για τσέλο (10/1/2022 ). Εμπειροι, ώριμοι σολίστες, επέλεξαν έργα που δύσκολα θα μπορούσαν να διαφέρουν εντονότερα ως προς το ύφος και τη γραφή.
Στο πρώτο μέρος αντιπαρέθεσαν δυο συνθέσεις γραμμένες στις αρχές και στα τέλη του ευρωπαϊκού μεσοπολέμου, τη διμερή «Σονάτα για τσέλο, έργο 11/αρ.3» (1919) του Γερμανού Πάουλ Χίντεμιτ και τη «Σονάτα για τσέλο, αρ.2» (1940/41) του Τσέχου Μπουχουσλάβ Μαρτινού.
Δύσκολο, στριφνό έργο, με βάναυσους, επιτηδευμένα σφυροκοπηματικούς μηχανιστικούς ρυθμούς, τεθλασμένη φραστική και μάλλον «μαθηματική» παρά μελωδική λογική, η δύσθυμη σύνθεση του νεαρού Χίντεμιτ παίχτηκε με ακρίβεια, ελεγχόμενη τραχύτητα και εξπρεσιονιστική αιχμηρότητα. Παρότι ομοίως εμμονικά ρυθμική, η σαφώς πιο ευδιάθετη, γεμάτη ωστική ορμή, χορευτικά κινητική σονάτα που συνέθεσε ο Μαρτινού στις ΗΠΑ, αποδόθηκε με παιγνιώδη ελαφράδα, αφήνοντας να αναδυθούν αβίαστα η νοσταλγία για την τσεχική πατρίδα και οι αφομοιωμένες επιδράσεις της τζαζ από την παραμονή στο Παρίσι του μεσοπολέμου (1923/40).
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με την καθαρόαιμα ρομαντική και γερμανική «Σονάτα για τσέλο και πιάνο αρ.2» του Μπραμς. Για την ερμηνεία της οι δύο μουσικοί υιοθέτησαν διαφορετικές ποιότητες: πρώτα απ’ όλα ευγένεια έκφρασης που εκφράστηκε σε μια μη συγκρουσιακή συμπορεία, καθώς επίσης πιο εύπλαστη φραστική που υποστήριξε αβίαστα τη συνέχεια της μελωδικής γραμμής, και πιο τεταμένο ανάγλυφο δυναμικής που τους επέτρεψε να αποδώσουν γλαφυρά τις συμφωνικού τύπου εξάρσεις της ρωμαλέας μουσικής δραματουργίας.
Επί πλέον, εδώ δόθηκε στο τσέλο η ευκαιρία να «τραγουδήσει» και να επιδοθεί σε πιο ευαίσθητες, μαλακές διατυπώσεις που, επίσης, τόνισαν εύστοχα την αντίθεση προς τις έντονα μυώδεις παραγράφους. Ευχάριστη, ψαγμένα ταιριαστή έκπληξη αποτέλεσε η σύντομη «Τρυφερή μελωδία» του Νίκου Σκαλκώτα που πρόσφεραν οι δυο μουσικοί εκτός προγράμματος. Μια θαυμάσια βραδιά μουσικής δωματίου, στον σωστό χώρο!
Η Αμερικανική Επανάσταση στη μουσική για τον κινηματογράφο
Τελευταία μακράς σειράς παραγωγών αφιερωμένων στη διακοσιοστή επέτειο του ’21 ήταν η συναυλία που έδωσε η Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής υπό τον Τζον Τζέτερ με τίτλο «Η Αμερικανική Επανάσταση μέσα από την κινηματογραφική μουσική» (22/12/2021, ΚΠΙΣΝ).
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με υποστήριξη από την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα. Απηχώντας παράλληλες πλαισιώσεις της επετείου από ιστορικούς που απελευθέρωσαν τη θεώρηση/πρόσληψη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας από την εσωστρέφεια, εντάσσοντάς τον στην ευρύτερη Ιστορία της Δύσης, η συναυλία περιλάμβανε αποσπάσματα από αμερικανικές ταινίες η υπόθεση των οποίων εκτυλίσσεται στο περιβάλλον της Αμερικανικής Επανάστασης.
Ο μακρύς, νικηφόρος πόλεμος για την Αμερικανική Ανεξαρτησία (1775-1783) οδήγησε στην πολιτική και οικονομική ανεξαρτητοποίηση από τη Μεγάλη Βρετανία και τη δημιουργία του Συντάγματος των ΗΠΑ· και τα δυο –ένοπλος αγώνας και πολιτειακή οργάνωση– ενέπνευσαν και λειτούργησαν ως πρότυπα για τους επαναστατημένους Ελληνες. Της συναυλίας προηγήθηκε σύντομη, περιεκτική διάλεξη της ιστορικού του ΕΚΠΑ Αννας Καρακατσούλη, η οποία φώτισε γλαφυρά τις αμφίδρομες ιδεολογικές και πολιτικοϊστορικές ωσμώσεις ανάμεσα στις αναδυόμενες ΗΠΑ του 18ου και του 19ου αιώνα, και την Ελλάδα, της αρχαιότητας αλλά και των χρόνων του Απελευθερωτικού Αγώνα (Κοραής, Τζέφερσον, Εβερετ, Αμερικανικός Φιλελληνισμός).
Η συναυλία συνδύασε ζωντανή εκτέλεση αποσπασμάτων από soundtracks με συγχρονισμένη προβολή σκηνών από τις αντίστοιχες ταινίες: Γιοι της ελευθερίας (Sons of Liberty, Χανς Τσίμερ, 2015), Ουίλιαμσμπεργκ (Williamsburg, Μπέρναρντ Χέρμαν, 1957), Πύρινος χείμαρρος (Drums Along the Mohawk, Αλφρεντ Νιούμαν, 1939), Οι επαναστάτες (Revolution, Τζον Κοριλιάνο, 1985), Τζον Πολ Τζόουνς (John Paul Jones, Μαξ Στάινερ, 1959), Ο πατριώτης (The Patriot, Τζον Ουίλιαμς, 2000).
Οι φροντισμένες εκτελέσεις ανέδειξαν αφ’ ενός την άριστη σύζευξη της μουσικής δραματουργίας με τα «πατριωτικά» ιστορικά συμφραζόμενα, αφ’ ετέρου έδωσαν την ευκαιρία να θυμηθούμε συμπυκνωμένα το πώς εξελίχθηκε διαχρονικά το φάσμα της αμερικανικής κινηματογραφικής μουσικής, τροφοδοτούμενο με ποικίλες συνεισφορές: από τον Αυστριακό δημιουργό της λυρικής μουσικής για το «Οσα παίρνει ο άνεμος» έως τον καθαρόαιμο Αμερικανό συνθέτη του επικού soundtrack για τον «Πόλεμο των άστρων».
