Ηταν αρχές ’90 όταν στους δρόμους της ευδαιμονικής ανεμελιάς μιας Ελλάδας που νόμιζε ότι τα πιο δύσκολα ήταν πίσω, ξενυχτούσαν και «αλήτευαν» ωραία τα τραγούδια του Χρήστου Κυριαζή. Ηταν παντού. Στους μουσικούς χώρους και στα μπαρ, στους πιο κοσμοπολίτικους καλοκαιρινούς προορισμούς και στις πιο λαϊκές γειτονιές. Σαν να ήταν εκείνο το «Τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια» (μία εποχή που ακόμα οι περισσότεροι άντεχαν οικονομικά να ξενυχτήσουν, που δεν υπολόγιζαν «πόσα ποτά» και δεν όριζαν ως καλοκαιρινές «διακοπές» κάτι στριμωγμένα και… αποταμιευμένα τριήμερα-τετραήμερα) ο ύμνος της εποχής.
Αυτά τα τραγούδια που τα έλεγε ο ίδιος ο Κυριαζής μ’ αυτήν την ιδιόρρυθμη, ασταθή, φάλτσα φωνή, τον συνόδευσαν κι ας είχε γράψει κι άλλα καλύτερα που τα έλεγαν άλλοι, όπως π.χ. την μπαλάντα «Βράδυ Σαββάτου» του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Ηταν η ανεμελιά; Τα γλέντια που ξεσήκωσαν; Η συνταγή της επιτυχίας τους; Η δροσερή απλότητα στίχων όπως εκείνων που έδιναν ραντεβού στη «Φοντάνα για καφέ»; Ηταν προφανώς όλα αυτά.
Και χθες που πέθανε ο Χρήστος Κυριαζής, στα 68 του χρόνια, χτυπημένος από καρκίνο που τον πάλεψε παραμένοντας έτσι κι αλλιώς διακριτικός, αξιοπρεπής, ήσυχος, αισθανθήκαμε σαν να αποχαιρετάμε κι αυτή την, επίπλαστη έστω, ανεμελιά μιας εποχής που μοιάζει να ’ναι αιώνες πίσω.
Είχε γεννηθεί Απρίλιο του 1953 στον Πειραιά και μεγάλωσε στα Καμίνια. Ο πατέρας του ήταν επιπλοποιός. Αργότερα έμαθε και ο ίδιος την τέχνη. Για την ακρίβεια τη σπούδασε, σπουδάζοντας σχεδιασμό επίπλου στο Μιλάνο. Επιστρέφοντας, μπήκε στην οικογενειακή επιχείρηση, την οποία εκσυγχρόνισε και επέκτεινε ανοίγοντας καταστήματα σε όλη την Αθήνα. Παράλληλα εξελισσόταν και η σχέση του με τη μουσική: Αυτοδίδακτος κιθαρίστας από τα 12, πέρασε τη ροκ περίοδο του ως μέλος και δημιουργός τριών νεανικών συγκροτημάτων. Η επόμενη μουσική φάση του είχε να κάνει με τη λαϊκή μουσική, γιατί σ’ αυτην στράφηκε όταν επέστρεψε από την Ιταλία.
Ο πρώτος του δίσκος «Μου θυμίζεις τη μάνα μου» κυκλοφόρησε το 1992 από τη Sony, με παραγωγό τον φίλο του, Αντώνη Τουρκογιώργη, μετά από μεσολάβηση στην εταιρεία του Γιώργου Πολυχρονίου και από σειρά σθεναρών αρνήσεων που είχε εισπράξει από πολλές άλλες δισκογραφικές. Εγινε σχεδόν αμέσως πλατινένιος. Ηταν αυτή η περίοδος που τραγούδια όπως τα παραπάνω και τα «Εχω κλάψει» (με τη Βάνα Μπάρμπα πρωταγωνίστρια στο βιντεοκλίπ), «Επιμένω», «Ελα μωράκι μου», έπαιζαν σε όλη την Ελλάδα.
Δικά του τραγούδια ήταν και τα «Στη Δραπετσώνα» που ερμήνευσε ο Βλάσσης Μπονάτσος, φίλος του και συνεργάτης ήδη από την εποχή των «Πελόμα Μποκιού» το «Μπρικάκι» με τον Γιώργο Μαργαρίτη, το «Στον τόπο που γεννήθηκα» με τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη κ.ά.
Οταν το άστρο του Κυριαζή στη δισκογραφία άρχισε να φθίνει, μια που κι ο ίδιος δεν είχε την αγωνία να το συντηρήσει και δεν ακολουθούσε τους εξοντωτικούς ρυθμούς και τις δισκογραφικές απαιτήσεις, επέστρεψε στον σχεδιασμό επίπλου. Η τελευταία του εμφάνιση με τη μουσική του ιδιότητα είχε γίνει με το συγκρότημα Melisses και τη Νατάσα Θεοδωρίδου, πριν από κάποια χρόνια. Και η τελευταία είδηση από εκείνον ήταν για τον θάνατό του μετά τη σιωπηλή μάχη που έδωσε μήνες με την αρρώστια.
