ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Δημήτρης Γκιώνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η τελευταία φορά που είδα τον Μίκη Θεοδωράκη ήταν στη μεγάλη συναυλία με έργα του στο Καλλιμάρμαρο στις 24 Ιουνίου 2019. Και για ακόμα μία φορά θαύμασα τις αντοχές του: να είναι καθηλωμένος επί ένα τετράωρο και να απολαμβάνει, παρά τα 94 χρόνια του και τα εμφανή προβλήματα υγείας, τη συναυλία και τις επευφημίες του κόσμου που είχε κατακλύσει το Στάδιο.

Ηταν αρχές Μαρτίου του 2020, όταν θέλησα να του πάρω συνέντευξη για την παρούσα εφημερίδα. Είχαμε άλλωστε καιρό να τα πούμε και αναθάρρησα από μια δήλωσή του σχετική με τα προβλήματα που είχε τότε η Ελλάδα στα βόρεια σύνορα με τους Τούρκους (με τους οποίους δεν τα πήγαμε ποτέ καλά): «Σ’ αυτές τις δύσκολες ώρες η σκέψη μου βρίσκεται στο πλευρό των παιδιών μας που υπερασπίζονται τα σύνορα της πατρίδας και τους γενναίους άντρες και τις γυναίκες του Εβρου». Υπήρχε δηλαδή αφορμή για συνέντευξη – πολύ περισσότερο που ο Μίκης Θεοδωράκης υπήρξε ενεργός υπέρμαχος της ελληνοτουρκικής φιλίας,

«Τον καιρό αυτό απαγορεύονται από τους γιατρούς οι επισκέψεις» ήταν η απάντηση της πιστής του Ρένας – κατανοητό, γιατί ήδη είχε σκάσει μύτη ο κορονοϊός. Εκτιμώντας όμως πως δεν θα είχε αντίρρηση για μια γραπτή συνέντευξη (που δεν είναι το καλύτερο στη δουλειά μας, αλλά μια και επρόκειτο για τον Θεοδωράκη…) του έστειλα μερικές ερωτήσεις. «Σ’ ευχαριστώ για την πρότασή σου, αλλά δεν θα ήθελα να μιλήσω αυτή τη στιγμή», η γραπτή απάντησή του.

Ηταν η πρώτη φορά που αρνιόταν συνέντευξη, δεδομένου ότι του έχω πάρει πολλές (και όχι μόνο ελόγου μου) από τότε που είμαι στο ρεπορτάζ – με πιο σημαντική αυτήν στο περιοδικό «Ε» της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας» (24 Απριλίου 2009). Προφανώς είχε τους λόγους του, που δεν ήταν μόνο υγείας, γιατί κατά τα άλλα το μυαλό του εξακολουθούσε να τον υπηρετεί πιστότατα. Και ήταν εκεί που αναρωτιόμουν πώς βολευόταν μ’ αυτή την αναγκαστική κλεισούρα αυτός που ήθελε να συμμετέχει, έστω και με την προσωπική του παρουσία, όπως έπραττε τα τελευταία χρόνια – ειδικότερα σε εκδηλώσεις που αφορούσαν τον ίδιο και το έργο του.

Βλέποντας όμως τα καμώματα των Τούρκων και ειδικότερα του Ταγίπ Ερντογάν προέβη και πάλι, στις 27 Αυγούστου 2020, σε εκτενή δήλωση. Οπου, αφού διευκρινίζει ότι δεν μπορεί να τον αντιπροσωπεύουν παλαιότερες απόψεις του, προσθέτει: «Βεβαίως είμαι πάντα υπέρ της ειρηνικής συνύπαρξης των δύο λαών μας, όπως και όλων των λαών της Γης, αλλά πάντα με τον όρο της αμοιβαιότητας, της αλληλοκατανόησης και του αμοιβαίου σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας του κάθε κράτους, των διεθνών συνθηκών που έχουν υπογραφεί και του διεθνούς δικαίου γενικότερα. Σήμερα ο ελληνικός λαός αντιμετωπίζει μια άκρως επιθετική και πολιτική από τον Ταγίπ Ερντογάν και εγώ ως Ελληνας δεν είναι δυνατόν να μην είμαι στρατευμένος με τους υπερασπιστές των δικαίων μας».

Η έγνοια του για τα τεκταινόμενα σ’ αυτό τον τόπο καταδείχθηκε, μεταξύ άλλων, με άρθρο του-παρέμβαση στις 18 Φεβρουαρίου 2020 στα «Νέα», με το οποίο συνέχαιρε τους δικαστές που είχαν το θάρρος να αψηφήσουν κινδύνους και εμπόδια με την απόφασή τους να καταδικάσουν τη Χρυσή Αυγή αναγνωρίζοντάς την ως εγκληματική οργάνωση, τονίζοντας ωστόσο ότι «ο αγώνας κατά του φασισμού δεν έχει τελειώσει». Είχα την αίσθηση ότι αυτό που τον κρατούσε στη ζωή, παρ’ όλες τις δοκιμασίες, ήταν οι εκδηλώσεις που του αφιερώνονταν. Φαίνεται όμως ότι οι αντοχές του ήταν απεριόριστες, πράγμα που του επέτρεψε να φύγει από τη ζωή σε «αστρική» ηλικία.

Αύγουστος του 2003

Συγκρατώ πλήθος αναμνήσεων από τον Μίκη Θεοδωράκη. Και μεταξύ άλλων, μια σημαντική συναυλία – 16 Αυγούστου 2003. Και ήταν σημαντική επειδή με αυτήν εγκαινιαζόταν επίσημα το υπαίθριο «Θέατρο Μίκης Θεοδωράκης» στη Δημητσάνα, με θέα στο βάθος τη Ζάτουνα, που έγινε διάσημη από το γεγονός ότι εκεί επέλεξε η χούντα να εξορίσει οικογενειακώς τον συνθέτη από τον Αύγουστο του 1968 ώς τον Οκτώβριο του 1969. «Βούλιαξε» το θέατρο και η γύρω περιοχή από τον κόσμο που είχε συρρεύσει για να παρακολουθήσει τη συναυλία, που προσφερόταν δωρεάν.

Στο πρόγραμμα ο Γιώργος Νταλάρας, ο Κώστας Θωμαΐδης, η Μαρία Σουλτάτου και η ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης» με επικεφαλής τον βετεράνο του μπουζουκιού Κώστα Παπαδόπουλο. Και η αποθέωση όταν στο πάλκο ανέβηκε και τραγούδησε ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης, με «συνοδό» το κοινό. Την επομένη συνθέτης και λοιποί καλεσμένοι είχαν την ευκαιρία να επισκεφτούν τη Ζάτουνα και το μουσείο που φέρει τ’ όνομα του συνθέτη, με ενθυμήματα από τον καιρό της εξορίας και άλλα αντικείμενα.

Ο,τι και να γραφτεί για τον Μίκη Θεοδωράκη θα είναι λίγο. Είναι ο άνθρωπος που σημάδεψε με την παρουσία και το έργο του την Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών, ειδικότερα καθώς ακόμα και στις δύσκολες περιόδους της ζωής του -και του τόπου- ήξερε να δρα και να δημιουργεί. Οντας πολυσχιδής προσωπικότητα, δεν άφησε μόνο πλούσιο συνθετικό έργο, αλλά και πλήθος συγγραμμάτων.

Δεν θα επαναλάβω κι εδώ όσα έχουν πει και γραφτεί – θα αρκεστώ να συμφωνήσω (και δεν είναι κενός λόγος) ότι είναι ο τελευταίος μεγάλος των καιρών μας που φεύγει από αυτό τον τόπο, απ’ αυτή τη ζωή, με -επιπλέον, ευτυχώς- την ικανοποίηση της αναγνώρισης της προσφοράς του διεθνώς. Προσωπικά ως απλός πολίτης και δημοσιογράφος που έχει παρακολουθήσει και καταγράψει ένα μεγάλο μέρος της διαδρομής του (πριν από τη δικτατορία, κατά τη διάρκεια και μετά, εδώ και στο εξωτερικό), που έχει συγκινηθεί, ενθουσιαστεί, συντροφευτεί (μολονότι ενίοτε, αν θέλετε, είχε συγχύσει με κάποιες συμπεριφορές του), αποκαλύπτομαι μπροστά στο τεράστιο έργο του – βάλσαμο ιδιαίτερα σε δύσκολους καιρούς. Ηταν, είναι και θα είναι…