ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από επτά δεκαετίες κράτη της Δυτικής Ευρώπης δούλευαν για την επούλωση των πληγών του Β Παγκόσμιου Πολέμου. Για να αποτρέψουν την επανάληψη παρόμοιας καταστροφικής αναμέτρησης, οι κυβερνήσεις κατέληξαν στο ότι η από κοινού διαχείριση της παραγωγής άνθρακα και χάλυβα θα απέτρεπε κάθε μελλοντικό γαλλογερμανικό πόλεμο.

Την πραγματιστική ιδέα διατύπωσε ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ρομπέρ Σουμάν στις 9/5/1950. Η «Διακήρυξη Σουμάν» υπεγράφη το 1951, προτείνοντας τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ανθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) με ιδρυτικά μέλη τη Γαλλία, τη Δυτική Γερμανία, την Ιταλία, τις Κάτω Χώρες, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο.

Καθώς η ΕΚΑΧ ήταν ο πρώτος σειράς υπερεθνικών θεσμών που, τελικά, μετεξελίχθηκαν στη σημερινή Ευρωπαϊκή Ενωση, η 9η Μαΐου καθιερώθηκε να εορτάζεται πανευρωπαϊκά ως Ημέρα της Ευρώπης. Στην Ελλάδα, που συχνά ανταποκρίνεται κάπως αμήχανα σε τέτοιους εορτασμούς, την επέτειο τίμησαν φέτος το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης σε σύμπραξη με την ιδιωτική Πολιτιστική Εταιρεία «Ελληνικός Πολιτισμός στον 21ο Αιώνα». Η δράση περιλάμβανε τρία γενναιόδωρα πιανιστικά ρεσιτάλ από τον διεθνούς φήμης Γαλλοκύπριο Κυπριανό Κατσαρή, τη Γιαπωνέζα Ετσούκο Χιρόσε και τον Ρώσο Αλεξάντερ Γκίντιν. Λόγω της πανδημίας, η εκδήλωση υλοποιήθηκε και κοινοποιήθηκε διαδικτυακά μέσα από το κανάλι του ΟΜΜΘ στο Youtube και από την ιστοσελίδα του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης, όπου παραμένει δωρεάν προσβάσιμη.

Οι τρεις πιανίστες, άπαντες ώριμοι επαγγελματίες και με πλούσια δισκογραφία, πρόσφεραν επιλογές ρεπερτορίου –ελληνικών συνθέσεων συμπεριλαμβανομένων- που φωτογράφισαν την άρρηκτη ενότητα και εσωτερική συνοχή του ευρωπαϊκού πολιτισμού στο πεδίο της σοβαρής μουσικής.

Γνωστός από συχνές εμφανίσεις του στην Ελλάδα, ο 70χρονος Κατσαρής ξεκίνησε με σύντομες, εορταστικά μεγαλόφωνες δικές του εκφορές του μαντζαρικού «Υμνου στην ελευθερία» και της μπετοβενικής «Ωδής στη Χαρά» (βάση του «Υμνου της Ευρώπης», 1972). Ακολούθησαν η δική του μεταγραφή του στοχαστικού «Largo» από το «Κοντσέρτο BWV 1056» του Μπαχ, η υπέρκομψη κλασική «Σονάτα, Hob 16/35» του Χάιντν, το σκοτεινό δεύτερο από τα «Κομμάτια για πιάνο, D 946» του Σούμπερτ, οι «Παιδικές σκηνές» του Σούμαν, δικές του μεταγραφές τριών αποσπασμάτων από το «Καρναβάλι των ζώων» του Σεν-Σανς και δυο από θαυμάσια –πλην σπανιότατα παιζόμενα- α λ α Ντεμπισί «Πρελούδια» του Γ. Α. Παπαϊωάννου.

Ο Κατσαρής ολοκλήρωσε με έναν ωραίο, ευφυώς πολυαναφορικό δικό του αυτοσχεδιασμό στον υστεροελληνιστικό «Επιτάφιο» του Σείκιλου. Αψεγάδιαστα ακριβείς και απολαυστικά καλοπαιγμένες, οι ερμηνείες του διέπονταν από τον σπάνιο πια στις μέρες μας συνδυασμό εκφραστικής ευγένειας, τεχνικής αρτιότητας, συναισθηματικής ειλικρίνειας, δεξιοτεχνικής δεινότητας, στιλιστικής συναίσθησης, καλαισθησίας και βιρτουοζίστικης έμφασης· ταυτόχρονα υπηρέτησαν τέλεια το εορταστικό, επετειακό ζητούμενο.

Η 42χρονη Χιρόσε ξεκίνησε με τρία ενδιαφέροντα παλίμψηστα συνθέσεων του Μπαχ: την πασίγνωστη «Τοκάτα & Φούγκα BWV 565» (Αλφρέντ Κορτό), το «Largo» από τη «Σονάτα για βιολί αρ.3, BWV 1005» (Σεν-Σανς) και την περίφημη «Chaconne» από την «Παρτίτα αρ.2, BWV 1004» (Μπουζόνι). Συνέχισε με τις «Μπαλάντες» αρ. 2 & αρ. 3 του Σοπέν, το εξωστρεφώς βιρτουοζίστικο «Μποέμικο τραγούδι» των Μπιζέ/Μοσκόφσκι, τον ηδυπαθή «Διαλογισμό της Θαΐδας» του Μασνέ και ολοκλήρωσε με τον 8ο («Κρητικό») από τους «Ελληνικούς νησιώτικους χορούς» του Κωνσταντινίδη.

Οι εκτελέσεις των μεταγραφών του Μπαχ πρόβαλαν αψεγάδιαστα ακριβείς, αδιάλειπτα υπαγορευμένες από μαθηματική αντίληψη της μουσικής αρχιτεκτονικής και, ταυτόχρονα, ισορρόπησαν θαυμάσια τις στοχαστικές, εσωστρεφείς παραγράφους και προς αυτές της έντονης ρητορικής. Στον Σοπέν το παίξιμό της μετέπεσε σε πιο πτητικό, συναισθηματικά ρευστό και ρυθμικά εύπλαστο, ενώ στις γαλλικές μουσικές των Μπιζέ/Μοσκόφσκι, Μασνέ και Κωνσταντινίδη κυμάνθηκε –εύστοχα!- ανάμεσα στη λαμπερή, εξωστρεφή δεξιοτεχνία και στον ηδυπαθή λυρισμό.

Τέλος, ο 44χρονος Γκίντιν κινήθηκε εκατέρωθεν της ανατολικοευρωπαϊκής μεθορίου του μουσικού ρομαντισμού. Επαιξε «Μαζούρκες», «Νυχτερινά», «Βαλς», το «Grand Valse brilliante» και την «Πολωνέζα op. 40/αρ.1, Στρατιωτική» του Σοπέν, καθώς επίσης ολόκληρο το «Καρναβάλι» του Σούμαν. Σβέλτες, ισορροπημένα τονισμένες ρυθμικά –χορευτικά σφριγηλές αλλ’ ουδέποτε βιασμένα αθλητικές- διαποτισμένες από ευγενές αρρενωπό συναίσθημα οι αναγνώσεις του υπηρέτησαν άριστα τόσο τον φολκλορίστικα ριζωμένο λυρισμό του Σοπέν όσο και τις κρυπτικά μεταμφιεσμένες μουσικές μικρογραφίες/προσωπογραφίες του Σούμαν.