Σε αληθινό πανόραμα της περιοχής του βασικού ρεπερτορίου της σοβαρής μουσικής που εκτείνεται από το μπαρόκ μέχρι τον κλασικισμό εξελίσσονται οι μαγνητοσκοπημένες συναυλίες των Μουσικών της Καμεράτας, που αναρτώνται και διατίθενται δωρεάν σε τακτά διαστήματα από την πλατφόρμα Megaron Online κατά τους μήνες της πανδημίας.
Υλοποιούμενη με αδιάλλακτα υψηλές προδιαγραφές μουσικότητας και τεχνικής αρτιότητας και με αφειδώλευτη φροντίδα, διαπλασμένες με έμπνευση και καλαισθησία κατά τις προδιαγραφές της ιστορικής ερμηνευτικής προσφέρουν στους ψαγμένους Ελληνες φιλόμουσους ό,τι καλύτερο έχει ακουστεί ποτέ στη χώρα μας όσον αφορά τον πλούτο του ρεπερτορίου και το ιστορικοαισθητικό στίγμα των εκτελέσεων.
Θα πρόσθετα εδώ ότι, επειδή είναι τεχνικά εφικτό όλες αυτές οι συναυλίες να «κατεβούν» στον υπολογιστή κάθε ακροατή που τiς παρακολουθεί, μπορεί κανείς άνετα να χτίσει με αυτές μια εξαιρετική προσωπική συλλογή ηχογραφήσεων αναφοράς! Σπάνια βρίσκει κανείς στην εμπορική δισκογραφία τόσο ζωντανές, αναζωογονητικά ανανεωτικές αναγνώσεις χιλιοπαιγμένων έργων των Μπαχ, Βιβάλντι, Χάιντν, Μότσαρτ και Μπετόβεν! Τέλος, έχει σημασία να ξέρουμε ότι, αυτό το διάστημα, οι συναυλίες των Μουσικών της Καμεράτας υλοποιούνται με την υποστήριξη του αγγλικού θεσμού πολιτιστικών χορηγιών Linbury Trust (ιδρ. 1973).
Μετά τον πλήρη κύκλο των δώδεκα κοντσέρτων για έγχορδα «L’estro armonico» που αναρτήθηκε σε μια δίωρης (!) διάρκειας συναυλία στα μέσα του περασμένου Δεκέμβρη, ακολούθησε στις 8/5/2021 μια ακόμη με έργα του ίδιου συνθέτη υπό τον τίτλο «Η μαγεία του Βιβάλντι» που περιλάμβανε επτά κοντσέρτα, κυρίως γνωστά και δημοφιλή για διάφορα πνευστά. Σήμερα πια κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά το κακόγλωσσο, ειρωνικό σχόλιο του Στραβίνσκι ότι, όντας ανέμπνευστος, ο Βιβάλντι συνέθεσε το ίδιο, σύντομο κοντσέρτο… 500 φορές!
Η υπέρβαση της στε(γ)νά «πιστής», ιστορικά ανυποψίαστης ανάγνωσης της μουσικής μπαρόκ των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών και η προ πολλού αντικατάστασή της από υψηλής μουσικότητας εκτελέσεις με όργανα εποχής και πειστικά ψαγμένη/εμπλουτισμένη αισθητική έχουν ασυζητητί πείσει για την αξία, το βάρος και σημασία του μελωδικού πλούτου των κοντσέρτων του «Κόκκινου παπά». Ευτυχώς σε εμάς, τύχη αγαθή όρισε την τιμή της μουσικής αυτής να υπερασπίζεται ιδανικά ο Πέτρου διευθύνοντας τους Μουσικούς της Καμεράτας, εμπλουτισμένης –εννοείται– με συνεισφορές από συνεχές βάσιμο (τσέμπαλο, θεόρβη).
Στη συγκεκριμένη συναυλία, καθώς η έμφαση ήταν στα κοντσέρτα για πνευστά, κλήθηκαν να συνεργαστούν γνωστοί, εκλεκτοί μουσικοί από την ΚΟΑ και όχι μόνον. Ο Αλέξανδρος Οικονόμου ερμήνευσε το πασίγνωστο «Κοντσέρτο για φαγκότο», RV 484 (αυτό που έχει μετατρέψει ο Χατζιδάκις σε τραγούδι), οι Δημήτρης Βάμβας και Στέλλα Νικολαΐδη ερμήνευσαν ως δίδυμο το «Κοντσέρτο για δύο όμποε», RV 534, ενώ για το «Κοντσέρτο για φλάουτο με ράμφος, όμποε, φαγκότο, La tempesta di mare» RV 95 ένωσαν τις δυνάμεις τους με τον Δημήτρη Κούντουρα. Εκτός αυτών ακούστηκαν το «Κοντσέρτο για έγχορδα, Il coro delle Muse» RV 149, το «Κοντσέρτο για έγχορδα» RV 127 και το «Κοντσέρτο για έγχορδα» RV 113. Τέλος, ο Θεόδωρος Κίτσος ερμήνευσε το δημοφιλές «Κοντσέρτο για μαντολίνο» RV 425. Αψεγάδιαστα συντονιζόμενοι με το ορχηστρικό σύνολο και το στίγμα που υπαγόρευε η διεύθυνση, όλοι τους ανεξαιρέτως «κέντησαν» με το ψαγμένο, τεχνικά άρτιο παίξιμό τους.
Βασιζόμενη στον αιχμηρό καμβά των εγχόρδων, η διεύθυνση του Πέτρου διέπονταν από ανήμερο πάθος, αθλητικό σφρίγος και ανεξάντλητη ωστική ορμή που κάποτε άγγιζε ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Αυτά συνδυάζονταν με υπέροχους μανιερισμούς εξεζητημένης κομψότητας, σβέλτη φραστική και βίαιες μεταπτώσεις, που «αναμόχλευαν» σε βάθος την πάντα διάφανη ορχηστρική γραφή του Βιλάντι με ρυθμικούς τονισμούς και εύπλαστες αυξομειώσεις εντάσεων.
Σε συνδυασμό προς τον πλούσιο σε δυνατές αντιπαραθέσεις χροιάς ήχο των οργάνων εποχής –απαλό/βαρύ, οξύ/μαλακό, αιχμηρό/πτητικό κ.λπ.– και το ντελικάτο, αβίαστο παίξιμο των σολίστ, όλο αυτό συνέθεσε ένα γεμάτο συνεχείς μικρο-εκπλήξεις, πολλαπλά ερεθιστικό, ανεξάντλητα απολαυστικό ακρόαμα. Ετσι, παρά την προφανή επαναληπτικότητά της, τελικά η μουσική όχι απλώς συγκρατούσε αμείωτο το ενδιαφέρον αλλά κατέκλυζε τον ψυχισμό του ακροατή με μια μεθυστική παλίρροια ευφορίας! Κι ας λέει –αν ποτέ, τελικά, είπε– ό,τι θέλει ο φανφαρόνος Στραβίνσκι!
