Γνήσιος λαϊκός συνθέτης και στιχουργός, ανεξάντλητος και χιλιοτραγουδισμένος, ο Τάκης Μουσαφίρης έφυγε χθες από τη ζωή χτυπημένος από τον κορονοϊό. Ηταν ο δημιουργός μεγάλων επιτυχιών που ερμήνευσαν οι Στράτος Διονυσίου, Δημήτρης Μητροπάνος, Ρίτα Σακελλαρίου, Μιχάλης Μενιδιάτης, Γιώργος Μαργαρίτης, Κατερίνα Στανίση, Δούκισσα, Τόλης Βοσκόπουλος, Πίτσα Παπαδοπούλου κ.ά. Πολυαγαπημένα τα τραγούδια που άφησε παρακαταθήκη: «Κάνε κάτι να χάσω το τρένο», «Πες μου πού πουλάν καρδιές», «Ενα τραγούδι πες μου ακόμα», «Ο ταξιτζής», «Μυστικέ μου έρωτα», «Ατάκα κι επιτόπου», «Σε μια στοίβα καλαμιές», «Εγώ ο ξένος», «Ενα λεπτό περιπτερά», «Χιονάνθρωπος», «Αγνωστε φίλε», «Εγώ να δεις», «Το σ’ αγαπώ δεν το λέω», «Οι ξενύχτες», «Εμείς οι δύο» κ.ά.
Ο Τάκης Μουσαφίρης γεννήθηκε στα Γιάννενα και σε μικρή ηλικία έφυγε για την Αθήνα, όπου και έκανε τις πρώτες του μουσικές δουλειές. Αρχικά δούλευε σε μικρά μαγαζιά και τραγουδούσε με την κιθάρα του, πριν ξεδιπλώσει το ταλέντο του. «Μεγάλωσα στην επαρχία, στα Γιάννενα. Στην οικογένειά μου ήμασταν ο πατέρας μου, η μητέρα μου, η αδερφή μου κι εγώ, πολύ αγαπημένοι, δεμένοι. Οταν πρωτοήρθα στην Αθήνα και μπήκα στα μαγαζιά τα λαϊκά έβλεπα ότι έσπαζαν πιάτα. Και σκέφτηκα ότι σπίτι μου είχαμε τέσσερα πιάτα όλα κι όλα και φοβόμασταν μη σπάσει κάποιο και μείνουμε με τρία», είχε πει παλαιότερα ο Τάκης Μουσαφίρης στον Ηλία Μπενέτο στην εκπομπή «Ενα μύθο θα σας πω».
«Εκείνο που θυμάμαι πάντα είναι ότι από μικρός διάβαζα. Δεν είχαμε βιβλιοθήκη στο σπίτι. Πολλές φορές έβλεπα στο αυλάκι του δρόμου να κυλάνε χαρτιά, εγώ τα έπαιρνα, τα στέγνωνα και τα διάβαζα να τα έχω. Είχα βέβαια κάποιους συγγενείς που είχαν βιβλιοθήκες. Εκεί πήγαινα και χανόμουνα. Εκείνο που έχω κάνει περισσότερο στη ζωή μου είναι να διαβάζω. Δεν είχα αφήσει τίποτα από τους κλασικούς. Ωσπου στο τέλος κατέληξα να διαβάζω ποίηση. Κι όταν ερχόταν η ώρα που διάβαζα ποίηση, πήγαινα σε άλλο κόσμο, ταξίδευα…».
Σεμνός, διακριτικός, για τα τραγούδια του δήλωνε: «Πολλές φορές, οι λέξεις μου στους στίχους μου είχαν το περιεχόμενό μου μέσα. Ηξερα ότι τα λαϊκά τραγούδια είναι σοβαρά τραγούδια, δεν πειράζουν τον άλλο, δεν τον θίγουν. Με το λαϊκό τραγούδι μπαίνεις στην ψυχή του άλλου με την παλάμη, να χαϊδέψεις την ψυχή του. Δεν μπαίνεις με τις αρβύλες σου στην ψυχή του άλλου. Αν έχουν δρόμο τα λαϊκά, είναι πάντοτε ο ανήφορος. Και αν τα ζουλήξεις λίγο στάζουν αίμα».
Οσο για τους τραγουδιστές που συνεργάστηκε: «Είχα την τύχη να γνωρίσω αυτά τα μεγάλα, τα ιερά πρόσωπα, για να μην πω τέρατα. Εγώ δεν είμαι ζωγράφος να κρεμάσω σε μια έκθεση τους πίνακες. Εγώ μέσω μιας φωνής άλλου πρέπει να περάσω το τραγούδι μου. Και αυτός ο άλλος πρέπει να το πει το τραγούδι, να μην το “δαγκώσει”. Είχα την τύχη να βρω τραγουδιστές που μπορούσαν να εκπληρώσουν αυτό που ήθελα. Ενας από αυτούς ήταν ο Μητροπάνος, ήταν θεϊκός ο Μητροπάνος. Δεν είχε καταλάβει πόσο μεγάλος τραγουδιστής ήταν. Μπορούσε να πει μόνο μια λέξη από οποιαδήποτε μελωδία και να την πάει στα σύννεφα…».
Και για τις μεγάλες κυρίες του ελληνικού τραγουδιού μιλούσε με σεβασμό: «Η τραγουδίστρια που εξέφραζε τα μέσα μου, την καρδιά μου, την ψυχή μου ήταν η Πίτσα Παπαδοπούλου. Αυτή ήταν ό,τι ήταν ο Μητροπάνος για εμένα (…). Εκείνη που αγάπησα για τα εύθυμα τραγούδια ήταν η Δούκισσα. Σαν άνθρωπος, πέρα από ευγενής, ήταν και σίγουρη, όταν έδινε έναν λόγο τον τηρούσε (…) Στη Μοσχολιού είχα δώσει ωραία τραγούδια και με τη Μαρινέλα έχουμε φοβερά τραγούδια».
