Πρωτοφανέρωτη δοκιμασία –και, πιθανότατα, πέρασμα προς καινούργιες κανονικότητες– συνιστούν οι διαδικτυακές συναυλίες με τις οποίες εξ ανάγκης ανταποκρίθηκαν οι μουσικοί θεσμοί στον αμείλικτο καλλιτεχνικό και οικονομικό αποκλεισμό που επέβαλε η πανδημία.
Από τη μια οι καλλιτέχνες καλούνται να ερμηνεύσουν και να εκφραστούν έχοντας απέναντί τους το άδειο, ηλεκτρικό βλέμμα της κάμερας μαγνητοσκόπησης, από την άλλη οι φιλόμουσοι (προσ)καλούνται για πρώτη φορά να παρακολουθήσουν μουσικές παραστάσεις δίχως την υποχρεωτική συνθήκη της ομαδικής συνύπαρξης και της δέσμευσης σε χώρο και χρόνο που πραγματώνει την κανονική εμπειρία. Αλλιώς παρακολουθείς μουσική –έστω μέσω live streaming– στο σπίτι κι αλλιώς μαζί με άλλους 200 σε αίθουσα… Λειτουργεί αυτό; Και πού οδηγεί; Ο χρόνος θα δείξει…
Στις 21/11/2020, στο πλαίσιο του Megaron online, αναμεταδόθηκε η εκτέλεση των έξι «Concerti Grossi», op.3 του Χέντελ που έπαιξε η Καμεράτα υπό τον Γιώργο Πέτρου με την απαραίτητη συμμετοχή πνευστών (ζεύγη από όμποε, φλάουτα και φαγκότο) από άλλα σύνολα. Η συναυλία, που μαγνητοσκοπήθηκε στη μεγάλη αίθουσα λίγο νωρίτερα, παρέμεινε προσβάσιμη για μία εβδομάδα.
Εχοντας ακούσει περισσότερα δείγματα καθαρά ιταλικού ενόργανου μπαρόκ από το ίδιο σύνολο, η μετακίνηση στον Χέντελ ήταν ευπρόσδεκτη, ενδιαφέρουσα επιλογή. Πρωτοπαρουσιασμένα στο Λονδίνο γύρω στα 1730, τα κοντσέρτα ομαδοποιήθηκαν αυθαίρετα από τον πρώτο εκδότη, ένθεν η έκδηλη αλλά και ερεθιστική ανομοιομορφία τους. Ακούγοντάς τα κανείς απολαμβάνει την πλούσια ορχηστρική γραφή ενός Γερμανού συνθέτη όπερας που πέρασε από την Ιταλία, σταδιοδρομεί στην Αγγλία και ο οποίος, κατά πώς συνηθίζεται τότε, ανακυκλώνει συχνά το μελωδικό υλικό του.
Παρ’ ότι η ηχογράφηση στην άδεια αίθουσα υπονόμευε τη διάφανη προβολή της μαθηματικά δομημένης γραφής με τις γρήγορες εναλλαγές συνόλου-σολίστ, οι εκτελέσεις διέθεταν με το παραπάνω το πολύτιμο χάρισμα της αμεσότητας, της δεξιοτεχνικής δεινότητας και, κυρίως, της αναψυκτικά ανάλαφρης κινητικότητας, στοιχεία εγγυημένα από τον υψηλό επαγγελματισμό των ταλαντούχων μουσικών ως συνόλου αλλά και μεμονωμένα.
Οι παιγνιώδεις συμπορεύσεις και τα ανεξάντλητα μελισματικά κελαηδίσματα των πνευστών ανά ζεύγη, τα ιλιγγιώδη, νευρώδη «κυνηγητά», οι στιλιζαρισμένα πομπώδεις εμβατηριακοί βηματισμοί και οι απότομες ιδιοσυγκρασιακές μεταπτώσεις αναδείχτηκαν άρτια και χάρισαν απόλαυση κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον της ακρόασης.
Τραγουδώντας τον έρωτα στα γερμανικά
Στις 10/12/2020, στο ίδιο πλαίσιο, ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός και ο πιανίστας Γιάννης Τσανακαλιώτης πρόσφεραν μια βραδιά τραγουδιού από τη μεθόριο κλασικισμού-ρομαντισμού, ερμηνεύοντας έργα Μπετόβεν, Σούμπερτ και Σούμαν.
Για τους Αθηναίους φιλόμουσους ο Τηλιακός συγκαταλέγεται στους λιγοστούς Ελληνες μονωδούς που, εκτός από την όπερα, έχουν επενδύσει στη δύσκολη, ιδιαίτερων εκφραστικών απαιτήσεων τέχνη του έντεχνου τραγουδιού (Lied). Αφιερωμένο στη φετινή επέτειο του Μπετόβεν, το πρόγραμμα περιελάμβανε τραγούδια συνθετών του γερμανόφωνου χώρου, τα οποία γεφύρωσαν γλαφυρά τη μετάβαση από τον καθαρά μπετοβενικό κλασικισμό στον ρομαντισμό. Ακούστηκαν ο κύκλος τραγουδιών «Στη μακρινή αγαπημένη» και «Αντελαΐντε» του Μπετόβεν, τρία τραγούδια του Σούμπερτ («Ο οδοιπόρος», «Το νυχτερινό τραγούδι του οδοιπόρου», «Ο σωσίας») και ο κύκλος τραγουδιών του Σούμαν «Ο έρωτας του ποιητή».
Ο Ελληνας βαρύτονος είναι ένας έμπειρος, ακμαίος τραγουδιστής, με πλούσια σταδιοδρομία σε λυρικά θέατρα από όλο το εύρος του ευρωπαϊκού χώρου. Διαθέτει πλούσια, θερμή, υγιή φωνή, άρτια τεχνική και, επιπλέον, αποδίδει άριστα και αβίαστα τη γερμανική γλώσσα. Οι ωραίες, στρωτές εκτελέσεις των τραγουδιών από τους δύο μουσικούς βασίστηκαν στον τεχνικά και εκφραστικά πολύ καλό συντονισμό μεταξύ τους, καθώς επίσης στη φροντίδα της λεπτομέρειας της έκφρασης και της εκφοράς.
Ανάμεσα σε κάποια από τα τραγούδια, ο Τηλιακός παρενέβαλε σύντομες στίξεις απαγγελίας των στίχων στα ελληνικά που συντέλεσαν στη συνολική άρθρωση του ακροάματος και διευκόλυναν τη συγκινησιακή δεκτικότητα. Η στιλιστική διαφοροποίηση ανάμεσα στους τρεις συνθέτες αποδόθηκε σαφώς με εργαλεία τη μουσικότητα και τις ποιότητες και εντάσεις του συναισθήματος στην έκφραση: πιο αυστηρά και τραχιά στον Μπετόβεν, πιο αισθαντικά και ονειροπόλα στον Σούμπερτ, πιο ερωτικά στον Σούμαν.
Τεχνικά άνιση ήταν η αναμετάδοση: με ήχο που εκτοξευόταν σε ανεξέλεγκτες κορυφώσεις δυναμικής και, κυρίως, με κουραστικά κινητική, φλύαρη και συχνά εκτός θέματος οπτική καταγραφή. Επιπλέον, προβληματική ήταν η παντελής απουσία αναγραφής των τίτλων των τραγουδιών που ακούγονταν. Ας τα προσέξουν αυτά οι υπεύθυνοι στις επόμενες μαγνητοσκοπήσεις…
