ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την πρώτη της συναυλία ενώπιον περιορισμένου ακροατηρίου έδωσε τελικά η ΚΟΑ στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής στις 23/10/2020. Μουσικοί και ακροατές έφεραν μάσκες. Τον αρχικά προγραμματισμένο Ιταλό αρχιμουσικό Πιερ Κάρλο Ορίτσιο αντικατέστησε η Φαίδρα Γιαννέλου.

Η ταλαντούχα νεαρή Ελληνίδα αρχιμουσικός διηύθυνε υπό δυσμενείς συνθήκες: με υποχρεωτικά αραιωμένη διάταξη μουσικών που ενδεχομένως προκάλεσε ενδημικούς αποσυντονισμούς στα έγχορδα, με πληρότητα αίθουσας μόνον 30%, περιορισμένο (;) κλιμάκιο ορχήστρας και διαφανή διαφράγματα μπροστά στα χάλκινα πνευστά.

Παρ’ όλ’ αυτά, απ’ όσο στάθηκε εφικτό να εκτιμήσουμε, τη διάπλαση των εκτελέσεων όρισαν καλή αντίληψη του ύφους της μουσικής, εύστοχος εντοπισμός και αβίαστη ανάδειξη του κυρίαρχου χαρακτήρα κάθε σύνθεσης ή/και μέρους αυτής. Η συναυλία ξεκίνησε με την εκτενή εισαγωγή στη σοβαρή ψευδοϊστορική ροσίνεια όπερα «Η πολιορκία της Κορίνθου», που, δόθηκε αβίαστα αλλά με σφριγηλή, αιχμηρή φραστική, φροντισμένα ρυθμικά συνεχή και σταθερό ρυθμικό παλμό.

Ακολούθως η Θεοδοσία Ντόκου, μαθήτρια και προστατευόμενη της θρυλικής Αργκεριτς, έπαιξε το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ.3» του Μπετόβεν. Μουσικός με τεράστιες δυνατότητες πρόσφερε μια ανάγνωση στην οποία κυριάρχησαν περισσή στιβαρότητα, εξωστρεφές αθλητικό σφρίγος και, ενίοτε, ανοικονόμητη ορμή και τραχύτητα, οι οποίες στις καντέντσες έρρεπαν σε αλά Λιστ αχαλίνωτα εκρηκτικές, σχεδόν υστερικές εξάρσεις…

Στα δυο ακραία μέρη η έκδηλη διαφορά επιπέδων ενέργειας ανάμεσα στο παίξιμό της πιανίστριας και στην προσεκτική ορχηστρική συνοδεία προκαλούσε συχνά χάσματα αποσυντονισμού στον μουσικό ειρμό. Ετσι αναδείχτηκε μεν η ορμητική, «επαναστατική» όψη της μουσικής του Μπετόβεν, όμως η απόδοση του λυρικού, «ολύμπιας» νηφαλιότητας αργού μέρους πρόβαλε αμήχανα υποτονική.

Η συναυλία ολοκληρώθηκε με τη «Συμφωνία αρ.4, Ιταλική» του Μέντελσον σε μια φροντισμένη, εκφραστικά ευγενή, στιλιστικά σωστή εκτέλεση που ισορροπούσε μεταξύ του (πρωτο)ρομαντικού ύφους και της επιταγής του κλασικισμού για ακρίβεια και σαφήνεια. Το νευρώδες, εναρκτήριο «Allegro vivace» δόθηκε φευγαλέα κι ανάλαφρα, με αδιατάρακτη ακρίβεια, στα λυρικά/στοχαστικά μεσαία μέρη κυριάρχησε το μαλακό, ευλύγιστο πλάσιμο της μελωδικής φραστικής, ενώ το καταληκτικό «Saltarello-presto», παρ’ ότι παιγμένο δίχως ριψοκίνδυνα υψηλές ταχύτητες, εμφορούνταν από διονυσιακό οίστρο και ευφορία.