Μια αναμενόμενη, υγειονομικά ολέθρια, συνέπεια της παγκοσμιοποίησης θέλησε φέτος να γιορτάσουμε τα 250 χρόνια από τη γέννηση του Μπετόβεν (1770-1827) σε συνθήκες εγκλεισμού, ακυρώνοντας ήδη ουκ ολίγες προγραμματισμένες μουσικές εκδηλώσεις και εκθέσεις. Γεννημένος και αναθρεμμένος στη Βόνη της γερμανικής Ρηνανίας, σε μια οικογένεια καθολικών που είχε μεταναστεύσει δυο γενιές νωρίτερα από τη Φλάνδρα, ο συνθέτης της «Ηρωικής» εκφραζόταν με πολύ φειδώ για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του.
Οι Ρομαντικοί μάς παρέδωσαν μιαν εξιδανικευτική, αφηρωισμένη εικόνα του ως τέκνο του κοσμικού, ανθρωπιστικά προσανατολισμένού Διαφωτισμού και ως ατομιστή με ελεύθερο πνεύμα του οποίου η βαθιά πίστη στο θείο δεν χρειαζόταν τη διαμεσολάβηση του θρησκεύματος και της Εκκλησίας.
Η αλληλογραφία του, τα σημειωματάρια συνομιλιών που χρησιμοποιούσε όταν είχε χάσει πια την ακοή του και κάποιες ευχαριστήριες αφιερώσεις/τίτλοι σε έργα του μαρτυρούν την ισχυρή, ακλόνητη πίστη του σε έναν προσωπικό Θεό. Δεν γνωρίζουμε εάν εκκλησιαζόταν τακτικά όπως όλοι οι θρήσκοι καθολικοί, αλλά γύρω στη μέση της ζωής του ενδιαφέρθηκε -όπως και ο Βάγκνερ- για τον ινδουισμό και άλλες ανατολίτικες θρησκείες.

Καθ’ όλη τη δημιουργική του πορεία ο Μπετόβεν επιθυμούσε να αφήσει το αποτύπωμά του στο πεδίο της θρησκευτικής μουσικής συνθέτοντας ένα σπουδαίο έργο. Το κατόρθωσε σε ώριμη ηλικία με τη δίκαια διάσημη, συχνά παρουσιαζόμενη «Επίσημη Λειτουργία» («Missa Solemnis», 1824). Ωστόσο το πρώτο έργο του θρησκευτικής μουσικής ήταν το 50λεπτης διάρκειας ορατόριο «Ο Χριστός στο Ορος των Ελαιών», που γράφτηκε πολύ νωρίτερα, το 1803, όταν αυτός ήταν μόλις 23 ετών. Την ίδια χρονιά συνέθεσε την «Ηρωική» και ξεκίνησε την κοπιώδη δημιουργία τού «Φιντέλιο». Αναμφίβολα πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο έργο.
Ο Μπετόβεν το συνθέτει έχοντας στο πίσω μέρος του νου του την όπερα. Βασίζεται στην κληρονομημένη παράδοση του 18ου αιώνα και συνεισφέρει αποφασιστικά, με ευανάγνωστα προσωπική γραφή, στη διαμόρφωση του γερμανόφωνου οροατορίου που είχε γεννηθεί λίγα χρόνια νωρίτερα με τη «Δημιουργία» και τις «Εποχές» του Χάυδν. Το θέμα -η αγωνία του Χριστού στον κήπο της Γεσθημανή- λειτουργεί ως εισαγωγή στα Πάθη και συναντάται συχνά μελοποιημένο στις χώρες της περιοχής των Αλπεων.
Το ποιητικό κείμενο του Βιεννέζου Φραντς Ξαβέρ Χούμπερ αντλεί από εδάφια των τεσσάρων Ευαγγελίων και είναι έκδηλα απλοϊκό, γεγονός που υπονόμευσε μερικώς την αποδοχή του ορατορίου αναγκάζοντας τον Μπετόβεν να προβεί σε βελτιώσεις ώσπου αυτό να εκδοθεί το 1811. Το νέο έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στις 5/4/1803, στη Βιέννη, στο Θέατρο στις όχθες του ποταμού Βιν (Theater an der Wien) σε μια κατά τα συνήθεια της εποχής συναυλία-μαμούθ, που περιλάμβανε επίσης το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ.3» και τις δύο πρώτες Συμφωνίες του συνθέτη.

Στο έντονα ψυχολογικό αυτό ορατόριο με τα έκδηλα στοιχεία όπερας ο Μπετόβεν αναθέτει τον ρόλο του Χριστού σε «ηρωικό» τενόρο, τον ρόλο του Αγγέλου/Σεραφείμ σε υψίφωνο με α λα Μότσαρτ επιδόσεις κολορατούρας και αυτόν του οργίλου Πέτρου σε βαθύφωνο˙ προβλέπει επίσης μεικτή χορωδία αφενός για τους στρατιώτες που έρχονται να συλλάβουν τον Χριστό, αφετέρου για το δημοφιλές, α λα Χέντελ τελικό «Αλληλούια».
Ανέκαθεν μάλλον δισκογραφική σπανιότητα, «Ο Χριστός στο Ορος των Ελαιών» είναι σήμερα διαθέσιμος σε πληθώρα καλών ηχογραφήσεων. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν κάποιες παλιές όπως αυτή με τον τενόρο Φριτς Βούντερλιχ (BellaVoce, 1957), αυτή με τον τενόρο Τζέιμς Κινγκ και τη Συμφωνική της Βιέννης υπό τον Μπέρχαρντ Κλέε (DG, 1970) και η πιο πρόσφατη με τους Ντομίνγκο, Οργκονάσοβα και Αντρεας Σμιτ υπό τον Ναγκάνο (Harmonia Mundi, 2003/13). Για ερμηνείες με ιστορική αισθητική ή/και όργανα εποχής επιλέγει βέβαια κανείς αυτές υπό τον Ρίλινγκ (Hänssler Classics, 1994), τον Χάρνονκουρτ (Sony, επανέκδ. 2019) ή την πιο πρόσφατη υπό τον Κρίστοφ Σπέρινγκ (Opus 111, 2000). Τέλος υπάρχει και η δυνατότητα του Youtube, όπου μπορείτε να ακούσετε τη θαυμάσια ερμηνεία υπό τον Ζερεμί Ρορέρ (Jeremie Rhorer).
