Στις 10/2/2020, στο πλαίσιο των μουσικών εκδηλώσεων με εισιτήριο που διοργανώνει το ΚΠΙΣΝ, η Καμεράτα/Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, υπό τον τσεμπαλίστα Μάρκελλο Χρυσικόπουλο, παρουσίασε έργα του Βιβάλντι με την Ιταλίδα μεσόφωνο Ρομίνα Μπάσο.
Η εκδήλωση στην κατάμεστη αίθουσα της κεντρικής σκηνής της ΕΛΣ ήταν εντεταγμένη στη δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Το πρόγραμμα περιλάμβανε μια καλοδιαλεγμένη ανθολογία από φωνητικά και ενόργανα κομμάτια του Βενετσιάνου συνθέτη. Οι εκτελέσεις άφησαν καλές αλλά άνισες εντυπώσεις.
Η Ιταλίδα μεσόφωνος, διάσημη για τις επιδόσεις της στο ιδιαιτέρων τεχνικών και ερμηνευτικών απαιτήσεων φωνητικό ρεπερτόριο του 18ου αιώνα, τραγούδησε εμβληματικές άριες πρωταγωνιστικών ρόλων. Ασχετα από το φύλο του ρόλου (Φαρνάτσε, Ορλάνδος, Ιουδήθ, Αρτζίπο, Περσέας), όλες ήσαν γραμμένες από τον συνθέτη για γυναικείες φωνές.
Ακούστηκαν οι άριες «Gelido in ogni vena» («Φαρνάτσε»), «Sorge l’irato nembo» («Μαινόμενος Ορλάνδος»), «Se lento ancora il fulmine» («Αρτζίπο»), «Transit aetas» και «Agitata infido flatu» («Θριαμβεύουσα Ιουδήθ») και «Sovente il sole» («Η απελευθέρωση της Ανδρομέδας»). Προσανατολισμένες στην πεμπτουσιακά μπαροκική, κυρίαρχη διάθεση κάθε άριας -πένθος, θυμός, νοσταλγία κ.λπ.- οι ερμηνείες της διέπονταν από εξεζητημένο πάθος, ακραία και στιλιζαρισμένη θεατρικότητα.
Τεχνικά άρτιο, εμπλουτισμένο γενναιόδωρα με εύστοχες, ευρηματικές διανθίσεις, το τραγούδι της υποστηρίχτηκε από μια φωνή που έχει χάσει μέρος τής κάποτε σαγηνευτικής ομοιογένειάς σε χροιά και δυναμικές, ειδικά στη χαμηλή περιοχή. Ενδιάμεσα παίχτηκαν επίσης η συναρπαστική σειρά παραλλαγών «La Follia, R.V.63», το «Κοντσέρτο για μαντολίνο, R.V.425», το «Κοντσέρτο για δύο βιολιά, R.V.522» (από το «L’estro armonico») και η «Σινφόνια για έγχροδα, R.V.127».
Στις ερμηνείες τους έλαμψε το καλαίσθητο, τελειοθηρικά πλασμένο παίξιμο του εξάρχοντα βιολιστή Σέρτζιου Ναστάσα. Βιάζοντας την εγγεγραμμένη στο μπαρόκ αισθητική εκζήτηση πέρα απ’ τα όρια, ο Χρυσικόπουλος διηύθυνε με υπερβολική αγριότητα και εκφραστική δριμύτητα, κυριολεκτικά διαρρηγνύοντας τη μουσική, κυρίως όμως παραμερίζοντας τις υπόλοιπες, πιο «θηλυκές» ηδονιστικές, όμοια δεσπόζουσες, διαστάσεις της.
Καθώς οι βασικοί εγχώριοι μουσικοί θεσμοί ουσιαστικά αγνοούν το μπαρόκ, η συγκεκριμένη συναυλία υπήρξε πολύτιμη αφού, μέσα από καίριες επιλογές φωνητικού ρεπερτορίου έδωσε αντιπροσωπευτικά ακούσματα και μάλιστα με το δόκιμο στίγμα της ιστορικής ερμηνευτικής. Επίσης για πολλοστή φορά διαπιστώθηκε πόσο καλά ανταποκρίνεται η μεγάλη αίθουσα του ΚΠΙΣΝ στα ηχητικά μεγέθη της όπερας του μπαρόκ.
