Το 2020 συμπληρώνονται ακριβώς δυόμισι αιώνες από τη γέννηση του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν στη Βόνη της Γερμανίας το 1770, επίσης χρονιά γέννησης του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην οθωμανική Μεσσηνία. Αναμενόμενα τα προγράμματα των συναυλιών εστιάζουν φέτος στα έργα του Γερμανού συνθέτη που περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλον ταυτίζεται με την κλασική μουσική.
Στις 29.1.2020, στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής, η ΚΟΑ υπό τον Κρίστοφ Εσενμπαχ πρόσφερε ένα πρόγραμμα με έργα Μπετόβεν και Μάλερ. Ηταν μία έντονα άνιση συναυλία με ένα απρόσμενα μέτριο πρώτο μέρος και ένα καταφανώς εξαιρετικό δεύτερο.
Η συναυλία ξεκίνησε με το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 5, Αυτοκρατορικό» του Μπετόβεν. Σολίστ ήταν ο πιανίστας Βασίλης Βαρβαρέσος. Πιανίστας, αρχιμουσικός και ορχήστρα συνέπραξαν αρμονικά και, μάλλον, αβίαστα. Η εκτέλεση που ακούσαμε διέθετε στίγμα που έτεινε στον ρομαντισμό: γενικόλογη, δεξιοτεχνικά λαμπερή, με μεγάλα ηχητικά μεγέθη, ροπή στην εξωστρεφή μεγαλοστομία.
Σε γενική, αντικειμενική θεώρηση χαρακτηρίστηκε από συνολικά ισορροπημένες δυναμικές, καλό συντονισμό πιάνου – ορχήστρας, ταχύτητες που δεν βίαζαν το συντακτικό της μουσικής, τεχνική άνεση. Ομως, τόσο από το παίξιμο της ορχήστρας όσο και –κυρίως– από αυτό του σολίστα έλειψαν πολλά αυτονόητα για τον κλασικισμό: η κλιμακωτή παραγραφοποίηση της φραστικής, η έμφαση στο βάθος και στο φροντισμένο πλάσιμο της λεπτομέρειας, στο ανάγλυφο της δομής, στην εσωτερική αρχιτεκτονική της συμφωνικής γραφής, ο καλλιεργημένος ήχος· συχνά –και ιδιαίτερα στο ονειρικά στοχαστικό αργό μέρος– το παίξιμο του πιάνου πρόβαλε εκφραστικά ισχνό έως άδειο.
Η συναυλία ολοκληρώθηκε με τη «Συμφωνία αρ. 1, Τιτάν» του Μάλερ, η εκτέλεση της οποίας άφησε διαμετρικά διαφορετικές εντυπώσεις: όσο γενικόλογη και αδιάφορη ήταν η ερμηνεία του μπετοβενικού «Αυτοκρατορικού» τόσο φροντισμένη, πλούσια σε λεπτομέρεια, εκφραστικά γενναιόδωρη ήταν αυτή του θαυμαστά ολοκληρωμένου συμφωνικού πρωτόλειου του «τελευταίου των ρομαντικών».
Πλήρως εξοικειωμένος με τη μουσική του Βοημού συνθέτη ο παρ’ ολίγον 80άρης Εσενμπαχ άντλησε από τους ίδιους μουσικούς μιαν αληθινά συναρπαστική ερμηνεία: οργανωμένη με συνολικό εύρος εποπτείας, φροντισμένη σε εντυπωσιακό βάθος λεπτομέρειας, διαποτισμένη από ευγενές συναίσθημα, δοσμένη με ταιριαστά υψηλές θερμοκρασίες και πλούσια εκφραστική παλέτα.
Διηύθυνε αρθρώνοντας τη μουσική σε σφιχτά αρθρωμένο ειρμό μέσα από γλαφυρά διαφοροποιημένες, μουσικοδραματικά ιεραρχημένες διατυπώσεις, εξασφαλίζοντας άπλετο χώρο στην ανάπτυξη του συναισθήματος. Εξαιρετικές ήσαν απ’ αρχής μέχρι τέλους οι ουκ ολίγες, μουσικοδραματικά κομβικές σολιστικές συνεισφορές των ξύλινων και χάλκινων πνευστών, δίχως τις οποίες η μουσική του Μάλερ υποβιβάζεται σε φλυαρία κενή περιεχομένου.
ΥΓ.: Στους τόσους «Τιτάνες» που έχουμε ακούσει στο Μέγαρο, κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να παρουσιάσει και το χαμένο (και ανακτημένο) β΄ μέρος («Blumine») με το εκτενές νοσταλγικό σόλο της τρομπέτας!
