Την Αρλέτα τη συνάντησα για πρώτη φορά με αφορμή ένα ρεσιτάλ της με τον Ντίνο Αποστόλου στην πόλη των Ιωαννίνων, λίγο πριν από τα τέλη της δεκαετίας του ’90. Τίτλος εκείνου του ρεσιτάλ: «Η Αρλέτα με τα βατράχια».
Μέχρι τότε, τη συναντούσα στα τραγούδια της, στα μηνιαία κείμενά της στο περιοδικό «Μετρό», στο παράξενο κι ανερμήνευτο, για μένα, βιβλίο της «Από πού πάνε για την άνοιξη;». Τη θαύμαζα, με γοήτευε, με κινητοποιούσε, ήθελα να την ανακαλύψω, με φόβιζε κάπου, την ένιωθα ως ένα πρόσωπο ιερό, όχι με το απροσπέλαστο, που ίσως κουβαλάει η λέξη, αλλά με τη δική μου επιθυμία να αποτελεί κάτι σαν μέτρο στη ζωή μου.
Τα τραγούδια της είχαν αυτό που δεν είχαν τα τραγούδια των άλλων, μια μοναχικότητα ζηλευτή, ένα κλείσιμο ματιού διαφορετικό, που έλεγε κάτι και υπονοούσε πολλά περισσότερα. Τραγούδια διαπεραστικά και αυτόφωτα, εικονογραφημένα, αλλά όχι με όλα τα πλάνα τους φωτισμένα εξ αρχής, τραγούδια χωρίς μανιέρα και χωρίς την αγωνία να ενταχθούν σε κάποια «σχολή», να προστατευτούν κάτω από μια ταμπέλα ή σώνει και καλά να γράψουν ιστορία. Κι όμως! Εγραψε ιστορία σε ένα ακροατήριο, νεανικό κυρίως, που όλο και περισσότερο αποκαλύπτεται με το πέρασμα των χρόνων.
Στην πορεία, κατάλαβα πως η ίδια ήταν και παραμένει ένα «νησί μέσα στην πόλη», που δεν το κατοικούσες εύκολα. Ενα από τα «καθαρά και έντιμα πρόσωπα του χώρου» κατά τον Γιώργο Παπαστεφάνου, «δασκάλα στο αίσθημα» κατά τον Σταμάτη Κραουνάκη, όρισε με τη ζωή και την τέχνη της τις συντεταγμένες ενός ακριβού αισθήματος, καίριου, παλλόμενου, αινιγματικού και καθόλου μα καθόλου γλυκερού κι απλοϊκού. Ενός αισθήματος «ακριβού» και διάφανου, χωρίς μαζικές αναφορές, που για να το βιώσεις χρειαζόσουν ένα είδος διαπιστευτηρίου, που ώς τώρα δεν μπορώ ακόμα να το ορίσω…
Η Αρλέτα, μέσα από αποσπάσματα ραδιοφωνικού της λόγου σε συνεντεύξεις μας, στην εκπομπή «Μουσική Κιβωτός» του Δημοτικού Ραδιοφώνου Ιωαννίνων:
■ Η ζωή μου ήτανε πάντοτε πολύ μετρημένη, υλικά εννοώ, και πολύ προσεγμένη, γι’ αυτό και κατάφερα να επιβιώσω. Ηξερα ότι πως όσο πιο πολλές απαιτήσεις έχω τόσο πιο ανελεύθερη θα είμαι. Εγώ πιστεύω ότι η λιτότητα είναι θέμα ελευθερίας. Και το πιο σημαντικό για μένα είναι να ’χω την ελευθερία μου…
■ Με ενοχλεί πάρα πολύ η ανθρώπινη ηλιθιότητα, η οποία είναι πραγματικά πιο απέραντη κι απ’ το σύμπαν… Βλέπω και πιστεύω ότι οι νέοι άνθρωποι θα είναι καλύτεροι από μας. Είναι το μόνο πράγμα που με κάνει να αισθάνομαι καλύτερα.
■ Εγώ ξεκίνησα από Ελληνες συνθέτες, δεν είχα καμία πρόθεση να γράψω τραγούδια, αλλά άρχισα να γράφω τραγούδια γι’ αυτά τα οποία δεν μου δίναν να πω. Ηταν ένα είδος ζήλιας, να το πούμε έτσι, με την καλή έννοια. Το τελευταίο πράγμα που είχα στο κεφάλι μου ήταν να αρχίσω να μπερδευτώ και εκεί πέρα, γιατί ήμουν αρκετά μπερδεμένη – όταν άρχισα να τραγουδάω ήμουν στην αρχή της σχολής. Κι έπαθα τέτοιο ενθουσιασμό που είπα ότι μπορώ να κάνω οτιδήποτε. Κι εκεί την πάτησα, αυτό είναι όλο.
Οσο για το τραγούδι, μπήκα κατά λάθος κι έμεινα από αφηρημάδα. Ακούγεται λίγο σαν εξυπνακίστικο, αλλά είναι η μαύρη αλήθεια. Το τραγούδι είναι ένα είδος συνήθειας και ντρόγκας, η οποία δεν μπορεί να κοπεί. Εγώ το είχα από παιδί αυτό το πράγμα, αλλά ουδέποτε, λόγω χαρακτήρα, μου είχε περάσει ότι θα γίνω τραγουδίστρια, γιατί είμαι ένας άνθρωπος πολύ ντροπαλός, πολύ συνεσταλμένος και πολύ άγριος γι’ αυτόν τον χώρο.
■ Το τραγούδι είναι ένας είδος επικοινωνίας πολύ έντονο, που καλύπτει το ότι δεν είμαι και πάρα πολύ καλή στις επαφές μου με τους ανθρώπους ή τουλάχιστον είμαι ιδιόρρυθμη.
■ Μου αρέσει να ονειρεύομαι, είμαι γενικώς φανατική οπαδός της σχολής τού κάθομαι και ονειρεύομαι. Δεν ξέρω αν αυτό είναι φυγή, δεν ξέρω αν αυτό είναι εκτός τόπου, δεν ξέρω αν αυτό είναι εκτός χρόνου, εγώ δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Από μικρή που ήμουνα ονειρευόμουν. Είμαι ένας άνθρωπος καθαρά αγγελοκρουσμένος κι ονειροπαρμένος. Αλλά, ξέρω ένα πράγμα, ότι αν θες να ονειρεύεσαι, που είναι ένα είδος πτήσης, πρέπει να ξέρεις και να προσγειώνεσαι. Εγώ ξέρω να προσγειώνομαι, αλλά μέχρι να το μάθω έσπασα τα μούτρα μου πολλές φορές.
■ Ο μόνος τρόπος να ζήσεις είναι να καεί η γούνα σου. Το θέμα είναι πόση δύναμη έχει να ξαναφυτρώνει. Το ότι θα καεί είναι σίγουρο. Οποιος λέει ότι δεν θα καεί, εγώ πιστεύω ότι λέει ψέματα, ασύστολα μάλιστα.
■ Ο άνθρωπος πια έχει έναν εχθρό μόνο, τον εαυτό του. Και για την ώρα, τον νικάει κατά κράτος. Δηλαδή, έχει χάσει πολλές μάχες ο άνθρωπος από τον εαυτό του. Τη μάχη του περιβάλλοντος, τη μάχη της ανθρώπινης ουσίας και υπόστασης, όπως την αναφέρουν από τη μυθολογία οι αρχαίοι. Αυτά που είχε και στηριζόταν τα χάνει όλα ένα ένα. Το θέμα, όμως, αυτό μπορεί να είναι ένα τέλος, που σίγουρα είναι ένα τέλος, αλλά συγχρόνως υπάρχει και μια αρχή. Πιστεύω πως αυτή η αρχή θα είναι πολύ καλύτερη από αυτό που ζήσαμε μέχρι τώρα. Δεν είναι αισιοδοξία, είναι μονόδρομος: ή τελειώνουμε ή αρχίζουμε. Κι αυτά τα δύο μοιάζουν πάρα πολύ. Θα πρέπει κάτι να κάνουμε εδώ σ’ αυτό τον τόπο για να κατανοήσουμε ότι χάνοντας την ταυτότητά μας -όχι αυτές τις ταυτότητες, τις «εθνικο»-» δεν ξέρω τι…-, την ουσία αυτού που είμαστε σαν άνθρωποι που ζούμε σ’ αυτή τη χώρα, έτσι όπως είναι αυτή η τσαλακωμένη και πανέμορφη χώρα…».
«Μετρονόμος» μόνο με Αρλέτα
Το καινούργιο τεύχος του περιοδικού «Μετρονόμος» είναι αφιερωμένο στην Αρλέτα. «Αρλέτα εφ’ όλης της ύλης» ο τίτλος του. Ενα πλούσιο τεύχος 100 σελίδων, ολόκληρος τόμος θα λέγαμε, κανονικό βιβλίο, αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στην Αρλέτα. Οι φίλοι και οι οπαδοί της δεν πρέπει να το χάσετε. Είναι ιδανικό για τη βιβλιοθήκη σας. Ο εκδότης του «Μετρονόμου» Θανάσης Συλιβός έκανε για ακόμα μια φορά εξαιρετική δουλειά. Ενα περιοδικό σαν κέντημα στο χέρι…
*Φιλόλογος, ραδιοφωνικός παραγωγός – Ιωάννινα
