Προκλητικά αντίθετη προς κάθε καλώς εννοούμενη σύγχρονη έννοια πολιτικής ορθότητας φάνηκε να είναι σε μεγάλο ποσοστό η οπερέτα «Μήδεια» του Νίκου Κυπουργού. Το έργο γράφτηκε σε λιμπρέτο του συνθέτη και της Λένας Κιτσοπούλου βασισμένο στην ομώνυμη παρατραγωδία του Μποστ (1918-1995).
Η παγκόσμια πρεμιέρα δόθηκε στην Κεντρική Σκηνή της ΕΛΣ, ενταγμένη στις δωρεάν παραστάσεις του ετήσιου «Summer Nostos Festival» που διοργανώνει το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος (28/7/2019). Το έργο ήταν παραγγελία της ΕΛΣ στο πλαίσιο του κύκλου «Operetta restart», που στοχεύει να επαναφέρει αυτό το μουσικό είδος στο προσκήνιο.
Η παρατραγωδία «Μήδεια» του Μποστ, από Κυπουργό και Κιτσοπούλου
Αυτό παρότι όλοι γνωρίζουμε πως η ελληνική οπερέτα ολοκλήρωσε την ιστορική της διαδρομή κατά την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία όταν άλλαξαν οι συγκεκριμένες πολιτικοκοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που ευνόησαν την ευρέως τεκμηριωμένη, ευρύτατη ανάπτυξή της στον Μεσοπόλεμο παράλληλα προς την όπερα της Εθνικής Σχολής. Αναμφίβολα, το εγχείρημα του Κυπουργού ενείχε μέγιστη πρόκληση καθώς έπρεπε να μεταγράψει μουσικά το επιτηδευμένα βάρβαρο, πολυδιάστατα βωμολοχικό, λυτρωτικό χιούμορ του Μποστ.
Χιούμορ που η ευρεία και ανθεκτική επιτυχία της θεατρικής «Μήδειας» (1993) μαρτυρά ότι, σε σημαντικό βαθμό τουλάχιστον, απηχεί ευθέως κοινωνικοπολιτικά ήθη, αντιλήψεις και πεποιθήσεις της ελληνικής κοινωνίας της μεταπολίτευσης. Ταυτόχρονα, όμως, όλο αυτό φανερώνει το ριψοκίνδυνο του εγχειρήματος καθώς το πρωτότυπο -όπως κάθε οπερέτα και επιθεώρηση- είναι αναπόσπαστα ριζωμένο στα επικαιρικά συμφραζόμενα της εποχής και του τόπου.
Καταφανώς πιστεύοντας στον ρηξικέλευθο χαρακτήρα της παρατραγωδίας του Μποστ, Κυπουργός και Κιτσοπούλου τη διασκεύασαν με τέχνη σε λιμπρέτο οπερέτας, στοχεύοντας να της προσδώσουν νέα διάσταση. Ομως, εκτός από το προφανές της ερωτικής απιστίας που κρατά ο Μποστ από τον Ευριπίδη, εδώ η απερίφραστα διατυπωμένη αφορμή για την οποία η Μήδεια σφάζει τα παιδιά του Ιάσονα είναι ότι τα… πηδάει ο παιδεραστής παπάς, δηλαδή ο μεταμφιεσμένος πρώην εραστής της καλόγριας Πόλυ που έχει επανέλθει αναζητώντας ερωτική τροφή… Φυσικά, το θεατρικό έργο έκανε την πορεία του σε πραγματικό ιστορικό χρόνο.
Σήμερα όμως, πώς αποτιμάται ένα καινούργιο μουσικό έργο στο οποίο το κατεστημένο μετα-αριστοφανικό χιούμορ κανιβαλίζει ανελέητα και, ταυτόχρονα, αναπαράγει ατόφια την ψυχολογία των ελληνικών λαϊκών ’80s-’90s; Που συναιρεί με συνωμοτικά αυτονόητο τρόπο τον κινηματογραφικό Φίφη του Παράβα με έναν συναινετικά καραξέφτιλο μισογύνη Ευριπίδη του Μποστ; Ενα έργο στο οποίο περνούν αφιλτράριστα στην πλατεία πλείστα εκ του ασφαλούς χονδροειδέστατα αστεία για μπήχτες παπάδες-παιδεραστές και για κακά σχολιαρόπαιδα που πηδιούνται επ’ αμοιβή, προκαλώντας ασυγκράτητα κύματα γέλιου στο ακροατήριο; Ηταν αστεία, άραγε, η Τζούλια Σουγλάκου μεταμφιεσμένη σε Μήδεια/Κάλλας του Παζολίνι να ωρύεται με βαγκνέρειο οίστρο «Σκατά, σκατά, σκατά»;
Αναπόδραστα, η (φιλοδοξούμενη) σημερινή απήχηση του έργου -εδώ μέσω Κυπουργού/Κιτσοπούλου- σε ένα περιβάλλον τελείως διαφορετικό εγείρει σοβαρά ερωτήματα. Εν έτει 2019, σε μια Ελλάδα που διοργανώνει δικά της gay prides και που νομιμοποίησε το σύμφωνο συμβίωσης για ομόφυλα ζευγάρια αλλά, ταυτόχρονα, δολοφονεί τον Ζακ και ανέχεται μητροπολίτες να αποκαλούν δημοσίως τους ομοφυλόφιλους «εκτρώματα της φύσεως», όλο αυτό το φωνακλάδικα μάτσο χιούμορ προβάλλει πολύ «κάπως». Μήπως κάποια έργα βαθιά ριζωμένα στις κεκτημένες (φαινομενικές) κανονικότητες των καιρών τους κάποτε όχι μόνον παλιώνουν αλλά εξοκέλλουν στα βράχια;
Οι Γιάννης Σκουρλέτης των «bijoux de Kant» (σκηνοθεσία) και Κωνσταντίνος Σκουρλέτης (σκηνικά-κοστούμια) μετέφρασαν έξοχα τις ιλαρές, βλάσφημα καρικατουρίστικες μποστικές συνδηλώσεις του κειμένου, εντάσσοντας τη δράση στο ιδεολογικά ψευδεπίγραφο σκηνικό της ελληνικής σοβαροφάνειας: κάτι μεταξύ Βουλής των Ελλήνων, Μνημείου Αγνώστου Στρατιώτη και σκηνικού τραγωδίας.
Το εφευρεμένο, έντεχνα εμφυτευμένο φινάλε με τον «Αγνωστο Στρατιώτη» να εγκαταλείπει τη θέση του στο μνημείο για να αποπλεύσει στο χάρτινο καραβάκι της αθωότητας μαζί με τα παιδιά για το άγνωστο (αιώνια ανανεούμενη υπόσχεση του μέλλοντος) χάρισε ευσπλαχνικά στο όλον μια διακριτική διέξοδο φυγής. Μουσικά, το έργο ήταν έκδηλα αδύναμο, στηριζόμενο κυρίως στον έμμετρο λόγο, περιορίζοντας τη μουσική σε ρόλο υποστηρικτικό: με άλλα λόγια δεν διέθετε επαρκώς αυτόνομη μουσική δραματουργία. Την ορχήστρα, τη χορωδία και μέλη της παιδικής χορωδίας της ΕΛΣ διηύθυνε καλά ο Ηλίας Βουδούρης, ενώ άπαντες οι μονωδοί απέδωσαν τους ρόλους τους θαυμάσια, με ζήλο και τεχνική επάρκεια.
