Με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λουξεμβούργου που συνόδευσε μία από τις κορυφαίες πιανίστριες του παρόντος, την Κινέζα Γιούτζα Ουάνγκ, ξεκίνησαν οι συναυλίες κλασικής μουσικής στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών (17/6/2019).
Το Ηρώδειο, παραδοσιακός τόπος φιλοξενίας συναυλιών κλασικής για τον θεσμό, ήταν κατάμεστο από ένα ποικίλης σύνθεσης κοινό, αποτελούμενο από Ελληνες αλλά και πολλούς ξένους. Προφανώς η ξενόγλωσση διαφήμιση των συγκεκριμένων εκδηλώσεων έφερε τους γλυκούς της καρπούς!
Σφηνωμένη ανάμεσα στη συναυλία των βετεράνων ροκάδων Τζέθρο Ταλ και στην εμφάνιση του Γιώργου Νταλάρα, η συναυλία άφησε γενικώς καλές εντυπώσεις, ανεβάζοντας θερμοκρασία κυρίως χάρη στη διπλή -μουσική αλλά και ενδυματολογική!- πολλαπλά εντυπωσιακή εμφάνιση της λαμπερής πιανίστριας.
Η Κινέζα πιανίστρια
Γιούτζα Ουάνγκ στο Ηρώδειο
Η συναυλία υπό τον Γκουστάβο Χιμένο, ξεκίνησε με τη συμφωνική φαντασία/εισαγωγή «Η τρικυμία» του Τσαϊκόφσκι, ένα σπάνια παιζόμενο έργο, εμπνευσμένο από τον Σέξπιρ όπως και άλλα του ίδιου συνθέτη. Πρόκειται για μια τυπικά ρομαντική παρτιτούρα, στην οποία αποδίδονται με ιδιαίτερα ατμοσφαιρική μουσική η θάλασσα, ο έρωτας της Μιράντας και του Φερντινάντο και βέβαια ο Κάλιμπραν.
Η ισορροπημένη ερμηνεία που διέπλασε ο Ισπανός αρχιμουσικός διέθετε ακρίβεια, άριστο συγχρονισμό, αψεγάδιαστη ορθοτονία, ωραίο, α λα Σιμπέλιους αιθέριο ήχο, σαφή διάρθρωση και πολύ καλές σολιστικές συνεισφορές από τα χάλκινα -ονειρικές οι εναρκτήριες φανφάρες!- και ξύλινα πνευστά. Ωστόσο από το ακρόαμα έλειψαν το αναμενόμενο βάρος, ο συμπαγής ήχος, η αιχμηρότητα και η υστερική δριμύτητα που χαρακτηρίζουν τις παρτιτούρες του Τσαϊκόφσκι όταν παίζονται από ρωσικά σύνολα.
Ακολούθησε η δημοφιλής «Γαλάζια ραψωδία» του Γκέρσουιν, κομμάτι απολύτως εμβληματικό της συνάντησης της λαϊκής τζαζ με τον κόσμο της κλασικής μουσικής στον αμερικανικό μεσοπόλεμο. Με το που εμφανίστηκε η Ουάνγκ σείστηκε το Ηρώδειο στο χειροκρότημα.
Μουσικός στην απόλυτη ακμή των δυνάμεών της η 32χρονη πιανίστρια έχει σαφώς διαπλασμένο, σύγχρονο ερμηνευτικό στίγμα στο οποίο δεσπόζουν η αθλητική, άνευ ορίων δεξιοτεχνία αλλά και -όταν, όσο και όπου- χρειάζεται βαθύς λυρισμός. Εχοντας πρόθυμους συνοδοιπόρους τους Λουξεμβουργιανούς μουσικούς υπό τον νεανικό αρχιμουσικό τους, πρόσφερε μια σβέλτη, δυναμική, συνειδητά τραχιά ερμηνεία που έσφυζε από ενέργεια, παλλόταν από νεύρο και ανταποκρινόταν ακαριαία στις ιδιοσυγκρασιακές μεταπτώσεις. Ωστόσο η ανάγνωσή της κρατήθηκε συνειδητά σε απόσταση από τους συνήθεις «χαϊδευτικούς», τζαζίστικους, αισθησιακούς μανιερισμούς άλλων.
Το δεύτερο μισό της συναυλίας ξεκίνησε με το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ.2» του Σοστακόβιτς. Η μηχανιστική, μελωδικά άμεση γραφή του κοντσέρτου αποδείχτηκε πεδίον δόξης λαμπρόν για την Ουάνγκ, η οποία το ερμήνευσε με περισσή αιχμηρότητα και ωστική ορμή, υπογραμμίζοντας δυναμικά στα δύο ακραία μέρη το δεσπόζον εμβατηριακό στοιχείο με τον υποδόρια σκωπτικό χαρακτήρα, τους εξ αποστάσεως ρωσικούς φολκλοριστικούς πηδηχτούς ρυθμούς, φορτίζοντας με ακραίες ταχύτητες -αλλά δίχως παραμικρή απώλεια ακρίβειας!- τις υστερικές κορυφώσεις. Ταυτόχρονα απέδωσε μαγευτικά τη μελωμένα λυρική, βηματιστή μελωδία του αργού μέρους.
Ομως η απόλαυση δεν τέλειωσε με τις καταληκτικές νότες του εμβληματικά σοβιετικού κοντσέρτου! Ανταποκρινόμενη με αντίστοιχο ενθουσιασμό στο επίμονο, ενθουσιώδες χειροκρότημα του ακροατηρίου, η Κινέζα πιανίστρια πρόσφερε τρία εκτός προγράμματος κομμάτια, κάτι που, όπως αποδεικνύει ένα γρήγορο ψάξιμο στο youtube, συνηθίζει να κάνει σε αρκετές εμφανίσεις της.
Ετσι απολαύσαμε ως επιδόρπιο τη λυρική «Μαργαρίτα στο ροδάνι» του Σούμπερτ στη μεταγραφή του Λιστ, τον μελαγχολικό «Χορό των μακαρίων πνευμάτων» από την όπερα «Ορφέας και Ευρυδίκη» του Γκλουκ και τις αθλητικά δεξιοτεχνικές «Παραλλαγές Κάρμεν» του Χόροβιτζ. Η περίσσεια ταλέντου δεν κρύβεται! Ας προσθέσουμε εδώ πόσο σημαντικό παραμένει πάντα το να δίνονται στο ελληνικό φιλόμουσο κοινό ευκαιρίες να ακούει ζωντανά τέτοιους ταλαντούχους, διεθνείς πιανίστες, η παρουσία των οποίων επιβεβαιώνει εκτιμήσεις που διαμορφώνονται από την εξ ορισμού λιποβαρή ακρόαση σε CD ή στο youtube!
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με τη σουίτα από το μπαλέτο «Το πουλί της φωτιάς» του Στραβίνσκι, έργο ανεξάντλητα δημοφιλές, διάσημο για την ευρηματικά πλούσια ενορχήστρωσή του. Μουσικοί και αρχιμουσικός έπαιξαν την πολύχρωμη παρτιτούρα του Ρώσου δημιουργού με ακρίβεια και άριστα εστιασμένο ήχο, αποδίδοντας μια ωραία, στρωτή ανάγνωση που ολοκληρώθηκε λαμπερά.
