Ουδένα εξέπληξε η πρόθεση του Γιώργου Πέτρου, των Μουσικών της Καμεράτας και του φωνητικού συνόλου «Armonia Atenea» να παρουσιάσουν στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών τον δημοφιλέστατο «Κουρέα της Σεβίλης» σε συναυλιακή εκδοχή και με όργανα εποχής: η μακρά, διεθνής, επιτυχημένη θητεία όλων στο πεδίο της ιστορικής ερμηνευτικής έκανε την παρουσίαση βασικών ροσίνειων λυρικών έργων να φαίνεται αυτονόητο επόμενο βήμα.
Αναμενόμενη ήταν η συμμετοχή στους πρωταγωνιστικούς ρόλους έμπειρων Ελλήνων μονωδών με διεθνή σταδιοδρομία, οι οποίοι έχουν τραγουδήσει τους ρόλους στην ΕΛΣ τις δεκαετίες του ’90 και του 2000, καθώς επίσης η μετάκληση ξένου τενόρου. Ταυτόχρονα, κάποιες προφανείς εκπτώσεις/αστοχίες στη διανομή υπήρξαν αισθητές όσο και δυσεξήγητες. Η παράσταση έρευσε με μοναδική ελαφράδα και ευγένεια, λειτουργώντας ως σπάνιο -επί ελληνικού εδάφους- υπόδειγμα ροσίνειας εκτέλεσης υφολογικά αλλά και από άποψη σκηνικού ταμπεραμέντου!
Ασυζητητί αδιαφιλονίκητο αστέρι της παράστασης ήταν ο έμπειρος βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος, που κυριολεκτικά «κέντησε» ως Φίγκαρο: σκηνικά σπινθηροβόλος, εύστοχα αγοραίος, πηγαία και ακομπλεξάριστα κωμικός (όχι γελοίος), τραγουδιστικά γενναιόδωρος, ανάλαφρος, μουσικότατος, υφολογικά ακριβής.
Η μεσόφωνος Μαίρη-Ελεν Νέζη ενσάρκωσε με άνεση μια κομψά επιτηδευμένη, φωνητικά άψογη Ροζίνα. Ειδικευμένος στο μπαρόκ, ο Ισπανός τενόρος Χουάν Σάντσο υπηρέτησε τον μουσικά απαιτητικότατο, κομβικό ρόλο του Κόμη Αλμαβίβα με φωνή ευλύγιστη, φωτεινή και δεξιοτεχνικά άρτιο ροσίνειο τραγούδι˙ πολύ κρίμα που δεν τραγούδησε την –αναμενόμενη– δεξιοτεχνική τελική άρια του τενόρου!
Ο έμπειρος βαθύφωνος Χριστόφορος Σταμπόγλης υπήρξε ένας σκηνικά άνετος Ντον Μπαζίλιο, δοσμένος με ισορροπημένο θεατρικό κριτήριο και φωνητική γενναιοδωρία.
Μέτριος –φωνητικά μάλλον λίγος και, σκηνικά, παρεξηγημένα άστοχος– ήταν ο Ντον Μπάρτολο του βαρύτονου Μάριου Σαραντίδη. Αξιοπρεπείς υπήρξαν οι υπόλοιποι μονωδοί, πολύ καλή η χορωδία. Ο Γιώργος Πέτρου διηύθυνε τα όργανα εποχής με γοργές ταχύτητες, υπογραμμισμένα ρυθμική ζωντάνια, αθλητικό νεύρο, επιτηδευμένη κομψότητα και φλογερό οίστρο δίνοντάς μας ένα Ροσίνι «al dente»!
