Στο πλαίσιο της περίπου διατεταγμένης συνεργασίας με Ελληνες καλλιτέχνες, από τη φετινή διοργάνωση του Φεστιβάλ Αθηνών δεν θα μπορούσε να λείπει η συμμετοχή του Ergon Ensemble. Υπό τη διεύθυνση του μόνιμου συνεργάτη της ομάδας, διεθνούς φήμης Ολλανδού αρχιμουσικού Κάσπερ ντε Ρου, παρουσίασαν στο Θέατρο Rex ένα ενδιαφέρον μουσικό πρόγραμμα με άξονα την τρέλα (24/6/2017).
Παρουσιάστηκαν τρία πολύ ιδιαίτερα δείγματα του σύγχρονου ρεπερτορίου με χαρακτήρα που κινείται στη μεθόριο του μουσικού θεάτρου. Τη σκηνοθεσία -να υποθέτουμε επίσης τον σκηνικό χώρο, τους φωτισμούς, τα κοστούμια των μονωδών και τις προβλεπόμενες μάσκες των μουσικών;- υπέγραψε ο Πάρις Μέξης. Τέλεια προετοιμασμένοι υπό τον τελειομανή σπεσιαλίστα αρχιμουσικό, οι Ελληνες μουσικοί και οι δύο μονωδοί πρόσφεραν πραγματικά εξαιρετικής ποιότητας ερμηνείες. Τι κρίμα, όμως, που η αίθουσα του θεάτρου έμεινε (πάλι) μισοάδεια…
Η βραδιά ξεκίνησε με τα «Οκτώ τραγούδια για έναν τρελό βασιλιά» για ανδρική φωνή και ενόργανο σύνολο (1969) του Πίτερ Μάξγουελ Ντέιβις, σύνθεση βασισμένη σε λιμπρέτο του Ράντολφ Στόου, ο οποίος στηρίχτηκε στα καταγραμμένα παραληρήματα του Αγγλου βασιλιά Γεωργίου Γ’ (1738-1820) κατά την ύστατη φάση της ζωής του, όταν έπασχε από βαριά ψυχική αρρώστια. Το έργο έχει ξαναπαρουσιαστεί στην Αθήνα, τουλάχιστον δις, παλαιότερα.
Αληθινό «tour de force» υποκριτικά και μουσικά, η ερμηνεία του Γερμανού βαρύτονου Χόλγκερ Φαλκ υποστήριξε ιδανικά την επιτηδευμένης θεατρικότητας, εφιαλτικά απαιτητική γραφή του Βρετανού συνθέτη. Ανταποκρίθηκε με αβίαστη ετοιμότητα και αψεγάδιαστη ακρίβεια σε ό,τι ζητούσε από αυτόν η παρτιτούρα: (παρα)μιλητά, σκουξίματα, μουγκρητά, υστερικά ουρλιαχτά, ψελλίσματα, άλματα από το ένα άκρο της φωνητικής έκτασης στο άλλο. Ταυτόχρονα, υπηρέτησε δίχως καθόλου εκπτώσεις ή χάσματα το συνεχών μεταπτώσεων θεατρικό μέρος της παράστασης: έτρεξε, χόρεψε, σκαρφάλωσε σε καρέκλες, κυλίστηκε καταγής, αγρίεψε, παρακάλεσε, μιμήθηκε ζώα…
Ακολούθησε η σύνθεση «Η αρρώστια μου είναι το γιατρικό που χρειάζομαι» (2002/2013) του Αυστριακού συνθέτη και πιανίστα Τόμας Λάρχερ. Τα έξι τραγούδια υψίφωνο, πιάνο, βιολί και τσέλο είναι βασισμένα σε αληθινούς μονολόγους ψυχασθενών, που ανθολόγησε ο συνθέτης από δημοσίευση του τεύχους 45, με τίτλο «Madness/Follia», του αμφιλεγόμενα προκλητικού περιοδικού «Colors» της Benetton.
Μουσική αιχμηρή, επιθετική, αφόρητης έντασης, υπερχειλίζουσα από ανθρώπινο πόνο, ανοίγει ένα παράθυρο φρίκης στο σκοτάδι του διαταραγμένου ψυχισμού. Ακραία βίαια γραφή, κατά φάσεις μινιμαλιστικά -λέγε αυτιστικά- μονότονη και επαναληπτική, άλλοτε εκρηκτικά βίαια και στριγκή οδηγεί την τραγουδίστρια στα απόλυτα όριά της μέσα από ριψοκίνδυνα άλματα στα υπέρτατα ύψη της φωνής. Η Αρτεμις Μπόγρη αναμετρήθηκε μαζί της με ορθοτονικά αψεγάδιαστη φωνητική εκφορά ενώ, ταυτόχρονα, κινήθηκε σκηνικά με άνεση και πειστικότητα.
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με την «Κασσάνδρα» (1987) για βαρύτονο και σόλο κρουστά του Ιάννη Ξενάκη, πρώτη από δύο ύστερες προσθήκες στην αρχικά αγγλόφωνη «Ορέστεια» του 1965/66, το μοναδικό σκηνικό έργου το κορυφαίου Ελληνα δημιουργού, το οποίο γράφτηκε για παράσταση αμερικανικού πανεπιστημίου και στη συνέχεια προσαρμόστηκε στο αρχαιοελληνικό κείμενο του Αισχύλου. Θυμίζοντας την αρχαιοελληνική θεατρική πρακτική της απόδοσης γυναικείων ρόλων από άνδρες υποκριτές, ο Ξενάκης αναθέτει τον ρόλο της Κασσάνδρας αλλά και αυτόν του χορού σε βαρύτονο.
Ο τραγουδιστής καλείται εδώ να αποδώσει τις στιχομυθίες μεταξύ των δύο με επαναλαμβανόμενες, γρήγορες εναλλαγές της φωνής του ανάμεσα σε ένα έκδηλα και επίτηδες προσποιητό φαλτσέτο και στους φυσικούς τόνους του βαρύτονου.
Το αποτέλεσμα ξένισε υπέρτατα, αλλά λειτούργησε συνταρακτικά! Και πάλι ο Χόλγκερ Φαλκ θαυματούργησε: κρατώντας ένα τριγωνικό 20χορδο ψαλτήριο, το οποίο κάποιες στιγμές ανέκρουε με… δαγκωματιές ή με τη γλώσσα, ερμήνευσε μουσικά και θεατρικά την άγρια κατά Ξενάκη μοντερνιστική αναπροσέγγιση της αρχαίας τραγωδίας με κλινική ακρίβεια και οίστρο, καθηλώνοντας το ακροατήριο.
Απομένει, βεβαίως, το ερώτημα γιατί ακούμε αυτά τα έργα σήμερα και ως τι μας τα προτείνουν· ειδικά δε όταν η παγιούμενη συρρίκνωση/απαξίωση του βασικού ρεπερτορίου, ειδικά από τις νεότερες γενιές μουσικών, καταλήγει πλέον να λειτουργεί ως κατάργηση του μείζονος κεκτημένου, που είναι η κοινωνία του ελληνικού φιλόμουσου κοινού με τον πυρήνα της ευρωπαϊκής μουσικής παράδοσης.
