Οπως είχαμε γράψει και τις προάλλες, μοναδική σοβαρή παρουσία στο πεδίο της συμφωνικής μουσικής στο φετινό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών ήταν αυτή της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Αγίας Πετρούπολης (ΦΟΑΠ). Αυτή και μόνον αυτή –οπωσδήποτε όχι η ημέτερη Κρατική Ορχήστρα Αθηνών ως θα όφειλε!– διέσωσε την τιμή της συμφωνικής μουσικής, λειτουργώντας ως ανθεκτικό, στιβαρό παράδειγμα του ευρωπαϊκού μουσικού πολιτισμού σε έναν τόπο που –μουσικά– διολισθαίνει σε απύθμενο βάραθρο λαϊκισμού.
Δυστυχώς, όμως, το κορυφαίο ρωσικό σύνολο δεν εμφανίστηκε υπό τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Γιούρι Τεμιρκάνοφ, ούτε με σολίστα τον μέγιστο σήμερα Ρώσο πιανίστα Ντένις Ματσούεφ, όπως είχε προγραμματισθεί: όπως ανερυθρίαστα ανακοινώθηκε, αμφότεροι ασθένησαν και μάλιστα ταυτοχρόνως! Ισως να κόλλησαν από τη Μάρθα Αργκεριχ, που κι αυτή –οποία σύμπτωση!– αρρώστησε εκείνες τις μέρες, και μάλιστα προκαταβολικά αρκετές βδομάδες πριν την προγραμματισμένη εμφάνισή της με την ΚΟΑ! Στις 7/7/2017, η ρωσική ορχήστρα υπό τον αρχιμουσικό Νικολάι Αλεξέεφ έπαιξε στο Ηρώδειο εθνικό ρεπερτόριο του 19ου και 20ού αιώνα, αφήνοντας πολύ καλές εντυπώσεις.
Η βραδιά ξεκίνησε με το πλήρες χορόδραμα «Πετρούσκα» (1911/47) του Ιγκορ Στραβίνσκι, στην αναθεωρημένη εκδοχή του 1947. Πρόκειται για μια από τις πιο εμβληματικές μουσικές, στην οποία η ακραία ευφυής –και εγκεφαλική– γραφή του Ρώσου συνθέτη ανθίζει γενναιόδωρα σε ασύλληπτη πολυρρυθμία, με εκπληκτικά ευρηματική ενορχήστρωση και μοναδικά γλαφυρή –κινηματογραφική θα λέγαμε!– αφηγηματικότητα.
Ο Αλεξέεφ οδήγησε τους Ρώσους μουσικούς σε μιαν ορθοτονικά και τεχνικά αψεγάδιαστη εκτέλεση, αξιοποιώντας στο μέγιστο τις εκπληκτικές εμπροσθοφυλακές υπέροχων σολίστ κάθε υποσυνόλου της ορχήστρας. Κυριάρχησε η αίσθηση ότι η μουσική ξεδιπλώνεται εκ του ασφαλούς σε ένα μαθηματικής ακρίβειας –αλλά και παγερότητας– ρυθμικό υπόβαθρο, όπου κάθε επεισόδιο, κάθε ρυθμική μετάπτωση, κάθε εφέ είχε αβίαστα τον προβλεπόμενο χώρο, την προβλεπόμενη θέση.
Οσον κι αν επρόκειτο για Στραβίνσκι, αισθητή έγινε η απουσία οιασδήποτε συγκινησιακής/δραματουργικής φόρτισης, αφήνοντας, τελικά, την εντύπωση ότι ακούγαμε το αντίστοιχο μιας επεξηγηματικής ακτινογραφίας της μουσικής και όχι μια συναισθηματικά και νοηματικά αποκωδικοποιημένη ερμηνεία.
Ολόκληρο το δεύτερο μέρος της συναυλίας κάλυψε η «Συμφωνία αρ. 4» του Τσαϊκόφσκι, έργο με θέση στον πυρήνα της ρωσικής, ρομαντικής μουσικής, βαριά και βαθιά διαποτισμένο από συναίσθημα και συμφραζόμενα της βασανισμένης ιδιωτικής ζωής του συνθέτη. Οσον αφορά τα άμεσα μετρήσιμα μεγέθη, η εκτέλεση ήταν κάτι παραπάνω από αψεγάδιαστη.
Γενικές ισορροπίες και καλοζυγισμένες κορυφώσεις δυναμικών, αθλητικό μελωδικό σφρίγος, μαθηματική ακρίβεια, λαμπερά, σκληρά ηχοχρώματα σε τεταμένες ισορροπίες, αριστοτεχνικές σολιστικές συνεισφορές, εγρήγορση και αβίαστο παίξιμο, όλα πρόβαλλαν τέλεια, όλα έφεραν το ανεξίτηλο –και ανεξάντλητο– στίγμα του ιστορικού, σοβιετικού συμφωνικού ήχου που κάθε φίλος της ρωσικής συμφωνικής μουσικής γνωρίζει από τις ηχογραφήσεις τής πάλαι ποτέ σοβιετικής –σήμερα πια ρωσικής– «Μελόντια» ή θυμάται από ζωντανές συναυλίες του παρελθόντος.
Πάλι, όμως, και παρ’ όλα ταύτα, τις τελικές εντυπώσεις από την ανάγνωση όρισε μια αίσθηση γενικής απάθειας και συγκινησιακής αποστασιοποίησης. Ηταν σαν η μουσική να εκτελείτο από κάποιον τέλειο… αυτόματο πιλότο: απουσίαζε η αίσθηση της αμεσότητας του συναισθήματος, του επείγοντος και της απόγνωσης που εκπορεύεται από το υπαρξιακό άγχος, στοιχεία απολύτως κεντρικά στη μουσική δραματουργία του Τσαϊκόφσκι γενικά και, ειδικότερα, στο συγκεκριμένο, συναισθηματικά αυτοβιογραφικό έργο.
Ακόμη και το παραληρηματικής έντασης καταληκτικό μέρος, όπου η γιορτινή ατμόσφαιρα εκτρέπεται σε καθαρή φρενίτιδα, δόθηκε με ατσάλινη πειθαρχία, τάξη και ακρίβεια. Να έφταιγε, άραγε, η απουσία τού (αν θέλουμε το πιστεύουμε) ασθενήσαντος Γιούρι Τεμιρκάνοφ; Ή μήπως σχίζω τρίχες, ψάχνοντας απλώς για αιτίες γκρίνιας; Από την άλλη, αν δεν έχει κανείς τις ύψιστες προσδοκίες όταν παρακολουθεί μια συναυλία της Φιλαρμονικής της Αγίας Πετρούπολης, τότε πού και πότε είναι φυσικό να τις έχει;
ΥΓ. Οπου υπήρχαν στίξεις στη μουσική ροή, τις εκτελέσεις διέκοπταν απρόβλεπτες εκρήξεις χειροκροτημάτων από ενθουσιώδεις ακροατές, φαινόμενο τυπικό για το τυχαίο, άσχετο κοινό που συρρέει στο Ηρώδειο…
