Παγερό ρέκβιεμ, συγκλονιστική κάθοδο στην κόλαση και φιλμ νουάρ πάνω στη βία χαρακτήρισε η κριτικός της εφημερίδας την πρώτη παράσταση του Ελληνα δημιουργού στο περίφημο γαλλικό φεστιβάλ
Θριαμβευτική ήταν η πρώτη συμμετοχή του Δημήτρη Παπαϊωάννου στο περίφημο Φεστιβάλ της Αβινιόν, στον νότο της Γαλλίας. Η νέα του δημιουργία, «Ο Μεγάλος Δαμαστής» (The Great Tamer), που έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της τον Μάιο στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, της οποίας είναι παραγωγή, ξεκίνησε από την Αβινιόν στις 19 Ιουλίου την περιοδεία της. Και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από το κοινό του φεστιβάλ.
Οι παραστάσεις, που συνεχίζονται μέχρι και την Τέταρτη 26 του μήνα στην αίθουσα La Fabrica, είναι πάντα sold out. Αν και «πρωτάρης» στην Αβινιόν, ο Παπαϊωάννου κάθε άλλο παρά άγνωστος είναι στη Γαλλία, αφού με προηγούμενες παραγωγές του έχει πάει στα μεγαλύτερα (και πιο «του χορού») θέατρα του Παρισιού και της επαρχίας.
Πρώτη και καλύτερη η εφημερίδα «Μοντ» δημοσίευσε κριτική για τον «Μεγάλο Δαμαστή» με τίτλο «Η κάθοδος στην κόλαση του Δημήτρη Παπαϊωάννου». Η γνωστή κριτικός χορού Ροζιτά Μπουασό, απεσταλμένη της εφημερίδας στο φεστιβάλ, χαρακτηρίζει την παράσταση «ένα παγερό ρέκβιεμ για δέκα ερμηνευτές» και αποφαίνεται πως «η δύναμη της επιρροής του 53χρονου Ελληνα χορογράφου καθήλωσε και συγκίνησε για ακόμα μια φορά».
Η Μπουασό ενημερώνει τους αναγνώστες της «Μοντ» ότι κινητήριος ιδέα του «Μεγάλου Δαμαστή» είναι ένα πραγματικό γεγονός της επικαιρότητας, μια «τραγωδία που συγκλόνισε την Ελλάδα πριν από λίγα χρόνια, όταν φοιτητής (σ.σ. Βαγγέλης Γιακουμάκης) που καταδιωκόταν από τους συναδέλφους του βρέθηκε θαμμένος στο χώμα».
Τονίζει, όμως, πως ο Παπαϊωάννου δεν αναφέρεται ποτέ άμεσα στην ιστορία, αλλά «ανασύρει από αυτήν έναν παράγοντα ζύμωσης για μια συγκλονιστική κάθοδο στην κόλαση, ένα φιλμ νουάρ πάνω στη βία που μπορεί να ασκήσει η ανθρώπινη ομάδα, αλλά κι ένα ταμπλό βιβάν γεμάτο εικόνες αναπόλησης». Και συνεχίζει: «Ο σκηνοθέτης των τελετών στην Ολυμπιάδα της Αθήνας του 2004 καταθέτει μια προσωπική ονειροπόληση πάνω στον θάνατο και τον χρόνο: ο Μεγάλος Δαμαστής είναι αυτός, ο χρόνος που θερίζει και καταβροχθίζει τα πάντα».
Για τον Παπαϊωάννου, γράφει η «Μοντ», «ο πλανήτης είναι σαν μια υπόγεια γραβιέρα γεμάτη πτώματα που αποτελούν το καλύτερο κομπόστ. Κύκλος της ζωής, που τρέφεται από την ίδια, σε μια θηλιά χωρίς τέλος. (…) Πάνω στη μουσική του “Γαλάζιου Δούναβη” του Στράους, που ακούγεται σαν ένα ναυάγιο που δεν λέει να τελειώσει, οι ζωντανοί πεθαίνουν και ανασταίνονται για να ξανασταλούν στο μακελειό και πάει λέγοντας.
Με ένα βασανιστικό ερώτημα να κυριαρχεί: Η ανθρώπινη βία, η παράλογη και ανεξέλεγκτη αγριότητά της, το “γιατί” και το “πώς” της, τα δάχτυλα της μοίρας που βυθίζονται στη σάρκα και θρυμματίζουν τα κόκαλα. Σε μία από τις πιο συγκινητικές σκηνές αυτής της σχολαστικά σχεδιασμένης παράστασης ένας άνδρας ξαφνικά ξαναγεννιέται με τη μορφή ενός αρχαίου αγάλματος. Εμείς το έχουμε ονειρευτεί, ο Παπαϊωάννου το έκανε».
Οσο για την αισθητική πρόταση του Ελληνα χορογράφου, η Μπουασό αναρωτιέται: «Πρέπει να είσαι Ελληνας για να καλλιεργείς σε τέτοιο σημείο τελειότητας την τέχνη του θραύσματος; Ο “Μεγάλος Δαμαστής” είναι μια συγκλονιστική και φορές φορές τερατώδης σύνθεση από εικόνες και φόρμες.
Το κομμάτιασμα των αντικειμένων και των οστών, που ξεθάβονται από το σκηνικό, διαστέλλει την αισθητική του μωσαϊκού (στην καλύτερη περίπτωση), της καταστροφής (στη χειρότερη). Κύματα από χέρια και πόδια απλώνονται στη σκηνή. Και όπως οι αρχαιολόγοι ανασυνθέτουν αγγεία, έτσι και ο Παπαϊωάννου δημιουργεί ανθρώπινα όντα, ξανασυνδέεται με τα μυθολογικά πλάσματα της μεγάλης ελληνικής λογοτεχνίας -τον Κένταυρο- ή εφευρίσκει άλλα -το ανθρώπινο καβούρι με τα χίλια πόδια».
