Στις 3/7/2017, παρακολουθήσαμε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών μια θαυμάσια συναυλία λατρευτικής χορωδιακής μουσικής με κομμάτια δημιουργημένα εκατέρωθεν του σημερινού συνόρου Ελλάδας – Τουρκίας από συνθέτες που έζησαν στο πολυπολιτισμικό περιβάλλον της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Στο μισογεμάτο Ηρώδειο, τις μουσικές απέδωσαν ο βυζαντινός χορός «Τρόπος» υπό τον Κωνσταντίνο Αγγελίδη, σύνολο Τούρκων τραγουδιστών, ο διεθνούς φήμης Ελληνας λυράρης Σωκράτης Σινόπουλος και ο Τούρκος σολίστ του νέι και πρεσβευτής της UNESCO για την Tέχνη Κουτζί Εργκιουνέρ.
Χρησιμοποιήθηκε ισορροπημένη ηλεκτρονική, ηχητική ενίσχυση. Η συναυλία άφησε άριστες εντυπώσεις, παρ’ ότι, δυστυχώς, το Φεστιβάλ Αθηνών δεν διένειμε αναλυτικό πρόγραμμα, αποκλείοντας έτσι κάθε πρόσβαση στα εξωμουσικά, λατρευτικά και ιστορικά συμφραζόμενα της μουσικής και ακυρώνοντας σημαντικό μέρος των ευγενών προθέσεων της ωραίας διοργάνωσης.
Οι δύο χοροί απέδωσαν βυζαντινά μέλη και οθωμανικά λατρευτικά άσματα. Εψαλαν εναλλάξ, ενώ, ενδιάμεσα, οι δύο υπέρτατα μελωδικοί σολίστες –Σινόπουλος και Εργκιουνέρ- γεφύρωναν τα άσματα με σύντομα ταξίμια που λειτουργούσαν και ως προανακρούσματα.
Οι Ελληνες έψαλαν αγιορείτικα και γνωστά παλαιά βυζαντινά μέλη («Τη Υπερμάχω», «Αξιον εστί»), μέλη των μεταβυζαντινών πρωτοψαλτών Πέτρου Μπερεκέτη και Μανουήλ, των μελουργών Νέου Χρυσάφη και Πέτρου Φιλανθίδη, καθώς επίσης εκτενή μελωδικά κρατήματα («Τεριρέμ») του λαμπαδαρίου Πέτρου Πελοποννήσιου και του Παναγιώτη Χαλάτζογλου.
Οι Τούρκοι ψάλτες απέδωσαν αντίστοιχου ήθους λατρευτικά μακάμια, επικλήσεις και λατρευτικούς ύμνους επωνύμων Οθωμανών δημιουργών της ίδιας περιόδου.
Η διαδοχική ακρόαση επέτρεψε να διαγραφούν ανάγλυφα οι συνάφειες και οι διαφορές των δύο έντεχνων, συγγενών, τροπικών παραδόσεων: αρχαιότερο, πιο ρευστό, μελωδικό, εξαϋλωμένο το βυζαντινό, πιο τραχύ, συλλαβικά ριζωμένο το οθωμανικό, ωστόσο αμφότερα ταγμένα στην υπηρεσία της συγκινησιακής στήριξης και προβολής του λατρευτικού λόγου.
Στο τέλος της συναυλίας ο Κουτζί Εργκιουνέρ μνημόνευσε τον κορυφαίο Ελληνα ψάλτη Λυκούργο Αγγελόπουλο (1941-2014), δάσκαλο των Ελλήνων ψαλτών και συνοδοιπόρο όλων στο πεδίο ανάδειξης και προβολής της ιστορικής, έντεχνης μουσικής των δύο πολιτιστικών πεδίων.
Ελισαβετιανή χορωδιακή μουσική
Σπάνια, ιδιαίτερα ψαγμένα ακούσματα ελισαβετιανής χορωδιακής μουσικής έφερε στους Αθηναίους φιλόμουσους το εκλεκτό βρετανικό φωνητικό συγκρότημα παλιάς μουσικής «Stile antico», γνωστό στους φίλους της παλιάς μουσικής από την πλούσια, πολυβραβευμένη δισκογραφία του στην εταιρεία Harmonia Mundi (18/6/2017). Η συναυλία δόθηκε στο θέατρο Ολύμπια.
Δίχως καμία προβολή η προσέλευση ακροατών υπήρξε θλιβερά περιορισμένη και πάντως αναντίστοιχη της ποιότητας των ερμηνειών αλλά και της σπάνιας προσφοράς ρεπερτορίου από τους δώδεκα Βρετανούς μονωδούς.
Υπό τον τίτλο «Ελισαβετιανοί συνθέτες στην εξορία» οι «Stile antico» παρουσίασαν μια ανθολογία με δέκα κομμάτια θρησκευτικής κυρίως μουσικής γραμμένα τον 16ο και 17ο αιώνα από τους Τζον Ντόουλαντ, Φίλιπ ντε Μόντε, Ουίλιαμ Μπερντ, Τόμας Τάλις, Πίτερ Φίλιπς, Ρίτσαρντ Ντίρινγκ και Ρόμπερτ Ουάιτ.
Συνεκτικός άξονας του προγράμματος, που έφερνε τη συναυλία σε εφαπτομενική επαφή με την προσφυγική θεματική του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών, ήταν η δίωξη των καθολικών από την «Παρθένα βασίλισσα» Ελισάβετ (1533-1603).
Αντιμέτωποι με το βασανιστικό δίλημμα του να αλλαξοπιστήσουν μένοντας πιστοί στην πατρίδα ή να υπακούσουν στη θρησκευτική τους συνείδηση, οδήγησε πολλούς μείζονες Αγγλους συνθέτες στη φυσική αυτοεξορία.
Αντίθετα, άλλοι, που επέλεξαν να μείνουν, όπως ο Μπερντ και ο Ουάιτ, εξέφρασαν την πνευματική τους εξορία με μουσικές εκπληκτικής έντασης και συναισθηματικής φόρτισης.
Τραγουδώντας στην άδεια, υποβλητικά φωτισμένη σκηνή της ΕΛΣ, διατεταγμένοι σε ημικύκλιο ώστε να έχουν την απαραίτητη οπτική επαφή για συντονισμό, οι δώδεκα χορωδοί μάς χάρισαν ερμηνείες χορωδιακών έργων τελευταίας γενιάς: με κρυστάλλινης διαφάνειας, άριστα εστιασμένο ήχο, με εκπληκτικό πλούτο λεπτομερειών μικροφραστικής, οι οποίες αναδύονταν στιγμιαία μέσα στο συνολικό σώμα του ήχου, σαγηνευτικά εύπλαστη μελωδική ροή των επιμέρους φωνών.
Οι καλοδουλεμένες ερμηνείες του ήχησαν απαλλαγμένες από κάθε αίσθηση στατικότητας και κλινικής στεγνότητας.
Το άριστα προετοιμασμένο τραγούδι τους παλλόταν από μουσικότητα και εκφραστική αμεσότητα, ανέδιδε ευφορία και πνευματική αγαλλίαση.
Ταυτόχρονα οι υγιείς, ισοδύναμες, κυρίως όμως ερεθιστικά διακριτής χροιάς φωνές των χορωδών προσέδιδαν στο ακρόαμα απολαυστικό ηχοχρωματικό πλούτο.
Μια σπάνια βραδιά χορωδιακής μουσικής που –φευ!- πέρασε απαρατήρητη στο αφιλόξενο τοπίο της αθηναϊκής μουσικής ζωής.
