Αναπάντεχη σύναξη μουσικών επί σκηνής, ατυπικά εμπλουτισμένη σύνθεση του ακροατηρίου με πλήθος Γερμανών επισκεπτών και οπαδούς του «ιερού μινιμαλισμού», ασυνήθιστα υβριδικό πρόγραμμα, δεδηλωμένο ιδεολογικό πρόσημο: όλα φανέρωναν τον έκτακτο χαρακτήρα της συναυλίας που έδωσε η ΚΟΑ υπό τον Ρώσο βιολίστα/αρχιμουσικό Ντάνιελ Ράισκιν στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής σε συμπαραγωγή με την «Documenta 14» (8/4/2017).
Η πολυσυζητημένη γερμανική διοργάνωση, που με αμφιλεγόμενες προθέσεις και ευστοχία –γι’ αυτό ήδη γράφτηκαν πολλά και θα γραφούν περισσότερα– «φυτεύει» τέχνη του παρόντος στην επίκαιρη Αθήνα της κρίσης, υλοποίησε μαζί το αθηναϊκό κρατικό σύνολο μιαν ωραία ιδέα των Ρος Μπιρέλι και Ντέιβιντ Χάρντινγκ. Οι δύο έφεραν μουσικούς της Φιλαρμονικής Ορχήστρα των Εκπατρισμένων Σύρων (SEPO) να συμπράξουν με τους Ελληνες.
Ετσι, πρόβαλαν ως επίκαιρη θεματική την εδώ-και-τώρα εμπειρία της σύγχρονης προσφυγιάς των Σύρων, (παρα)σύροντας το ακροατήριο σε μια ξαφνιαστικά ανανεωμένη εμπειρία πολιτικά νοηματοδοτημένης τέχνης.
Στο πρόγραμμα πρόταξαν ένα νέο έργο εκπατρισμένου Σύρου διαποτισμένο από την εμπειρία της γενοκτονίας και του ξεριζωμού, αντιπαραθέτοντάς το με την πασίγνωστη «Συμφωνία αρ.3, των θρήνων» του Γκόρετσκι (1976), μνημείο πένθους για τον θάνατο και την απώλεια που επικαιροποιήθηκε νοηματικά και συγκινησιακά μέσα από τη συνάφεια με επίκαιρες, σύγχρονες καταστάσεις.
Εμπνευσμένη από των προφανών συμφραζομένων ποίημα «Η φούγκα του θανάτου» (1948) του Ρουμανοεβραίου Πάουλ Τσελάν, η «Φούγκα: τετράστιχο για σόλο βιολί» των Αλί Μοράλι και Ρος Μπιρέλι ήταν μια τραυματικής συναισθηματικής έντασης τετραμερής σουίτα στην οποία το βιολί έπαιζε δαιμονικά και σχεδόν αδιάλειπτα ταυτόχρονα σε δυο χορδές, ισορροπώντας επίμονα μεταξύ των μουσικών κόσμων της Δύσης και της (Εγγύς) Ανατολής.
Μόνος επί σκηνής, ο ασύλληπτης δεινότητας δεξιοτέχνης σολίστας/συνθέτης Μοράλι πρόσφερε μια βαθύτατα συγκινητική ανάγνωση, κρατώντας άφωνο το ακροατήριο. Ακολούθησε η Συμφωνία του Γκόρετσκι, που οι δυτικοί γνώρισαν και αγάπησαν ετεροχρονισμένα το 1992, ερήμην των συμφραζομένων και του πένθιμου νοήματός της.
Εχοντας πλήρη συναίσθηση της δραματουργίας του έργου ο Ράισκιν προετοίμασε άριστα την ΚΟΑ και διέπλασε μιαν ανάγνωση τέλεια φινιρισμένης, εύπλαστης, μυώδους φραστικής, με φροντισμένες μεταπτώσεις και ευαίσθητες αυξομειώσεις δυναμικής.
Στο αιθέριο, μινιμαλιστικό ηχητικό τοπίο εντάχθηκε –αναδυόμενη ανεπαίσθητα!– η φωνή της μεσοφώνου Ράχα Ριζκ στους τρεις θρήνους˙ ενδιάμεσα, το ακροατήριο χειροκροτούσε ενθουσιωδώς σε κάθε στίξη της μουσικής νομίζοντας ότι το ακρόαμα τέλειωνε…
