Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Εφτά συγγραφείς, ένας ήρωας
ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Εφτά συγγραφείς, ένας ήρωας

  • A-
  • A+

Ο αριθμός 7 (φωνολογικά παρηχεί και με το σεπτά εκ του σεπτός) έχει μακρά παράδοση συμβολισμού και σημειολογίας στο πέρασμα του χρόνου σε πλήθος κειμένων και παραστάσεων. Κείμενα ιερά, φιλοσοφικά, λογοτεχνικά, κρυπτικά, παραβολικά, εσχατολογικά. Εφτά ημέρες δημιουργίας του κόσμου, εφτά σοφοί στην αρχαία Ελλάδα, εφτά θαύματα αρχιτεκτονικής και γλυπτικής του αρχαίου κόσμου, εφτά χρώματα της ίριδας, εφτά θανάσιμα αμαρτήματα και πάει λέγοντας.

Το «Ανοιχτό Βιβλίο», το βιβλιοφιλικό μας ένθετο, συμμετέχοντας στο επετειακό κλίμα, με αφορμή τη συμπλήρωση εφτά χρόνων παρουσίας του στην «Εφ.Συν.», με κείμενα γνώμης, παρέμβασης, από εξειδικευμένους κριτικούς και πανεπιστημιακούς ανά γνωστικό πεδίο, αλλά και με θεωρητικά ή λογοτεχνικά αφιερώματα, συχνά-πυκνά, συμβάλλει στη διαμόρφωση όχι μόνο μιας αναγνωστικής πυξίδας, αλλά κι ενός δυναμικού χώρου αναγνωστικής απόλαυσης.

Υπό το φως αυτό ζητήσαμε από εφτά συγγραφείς που εκτιμάμε ιδιαίτερα και, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, χρόνια τώρα βρίσκονται κοντά στην προσπάθεια του «Ανοιχτού Βιβλίου», να μας γράψουν από μια ιστορία, ανοιχτής θεματικής ταυτότητας και υφολογικού βλέμματος, όπου ο αριθμός 7 να βαραίνει αποφασιστικά στην πλοκή της.

Συγκεκριμένα από τον Θοδωρή Γκόνη, τη Μάρω Δούκα, τη Δήμητρα Κολλιάκου, τον Αχιλλέα Κυριακίδη, τον Μιχάλη Μακρόπουλο, τον Αλέξη Πανσέληνο και τον Ακη Παπαντώνη. Το αποτέλεσμα είναι συγκινητικό και σαγηνευτικό. Μικρο­ιστορίες όπου ο πρωταγωνιστής Εφτά αποκτάει σάρκα, φωνή, μνήμη, εμμονές, ερωτισμό, σαρκασμό, στοχασμό, πολιτική κρίση, περιπλανητική ή ενδοσκοπική διάθεση.

Τους ευχαριστούμε από καρδιάς και τους εφτά. Οπως κι όλους τους συνεργάτες του «Ανοιχτού Βιβλίου» για την αφοσίωσή τους στη στάθμη που αποζητούμε εξακολουθητικά στο ένθετό μας. Πρωτίστως, όμως, σ’ εσάς που μας διαβάζετε και μας στηρίζετε.

Συνεχίζουμε…


Ο παράμεσος της αριστερής παλάμης

Του Θοδωρή Γκόνη*

Για να μετρήσουμε ώς το δέκα μάς αρκούν τα δυο μας χέρια, τα δέκα μας δάχτυλα. Για να μετρήσουμε όμως το εφτά, δεν μας φτάνουν ούτε οι τρεις μυθικοί Εκατόγχειρες με τα τριακόσια χέρια και τα τρεις χιλιάδες δάχτυλα. Γιατί μόλις τελειώσουμε με τη δεξιά μας παλάμη και φτάσουμε στον παράμεσο της αριστερής και προφέρουμε τον αριθμό εφτά, τον ιερό και μυστικό και τέλειο, αυτόν που ούτε διαιρείται ούτε πολλαπλασιάζεται μέσα στο πλαίσιο της δεκάδας, τον μοναδικό και αιώνιο που στηρίζεται ακλόνητος και ακίνητος πάνω στο τρίγωνο και το τετράγωνο, στο 3 και το 4, μόλις λοιπόν φτάσουμε στο εφτά, ανοίγουν οι εφτά ουρανοί και εμφανίζονται μπροστά μας τα εφτά θαύματα του κόσμου, τα παιδιά του Ηλιου, οι εφτά σοφοί, οι εφτά πλανήτες, οι αστερισμοί της Πλειάδας, η Μικρή και η Μεγάλη Αρκτος με τους εφτά αστέρες, το ουράνιο τόξο με τα εφτά χρώματα, η μουσική με τους εφτά τόνους, οι κύκνοι της Μαιονίας την ώρα της γέννησης του Απόλλωνα να στρέφουν εφτά φορές προς τη Δήλο και να επαναλαμβάνουν εφτά φορές το τραγούδι τους για τον νεογέννητο Θεό και η λύρα να έχει εφτά χορδές.

Ερχεται η σφραγίδα του κόσμου, οι εφτά ημέρες της δημιουργίας, η εβδομάδα με τις εφτά ημέρες, η εβδόμη ημέρα της αργίας και της αναπαύσεως, οι εφτά πίνακες της μοίρας, τα εφτά ουράνια πνεύματα, τα εφτά μυστήρια, οι εφτά αρχάγγελοι, τα εφτά δώματα του Πύργου της Βαβέλ, τα εφταπλάσια των κλοπιμαίων που επιστρέφει ο κλέφτης όταν συλλαμβάνεται, τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα, οι εφτά αστέρες της Εκκλησίας, η επτάφωτος λυχνία, ο εβδομηκοντάκις εφτά ο αριθμός της συγχώρησης, οι εφτά παχιές και οι εφτά ισχνές αγελάδες του Φαραώ, οι εφτά διακλαδώσεις του Νείλου, τα εφτά του στόματα και η Θεά Ισις να ταξιδεύει το Δέλτα του με τους εφτά ιερούς σκορπιούς, και έρχονται και οι Ελληνες, ο Ομηρος με τα εφτά κοπάδια με τα βόδια του Ηλιου και τις εφτά πόλεις να ερίζουν για την καταγωγή του, οι Σπαρτιάτες να θυσιάζουν την έβδομη ημέρα του μήνα στον Απόλλωνα, η Θήβα με τις εφτά πύλες και τους εφτά πύργους, οι εφτά στρατηγοί, οι εφτά έφηβοι και οι εφτά παρθένες που έστελναν για φόρο οι Αθηναίοι στον Μινώταυρο της Κρήτης, τα εφτά αγόρια και τα εφτά κορίτσια της Νιόβης, οι περιστρεφόμενοι δερβίσηδες του Ικονίου που ανά εφτά -όσοι και οι πλανήτες- χορεύουν τον περιπαθή σκοπό τους, η συμβουλή του προγόνου «εφτά φορές να γυρίζετε τη γλώσσα σας πριν μιλήσετε» και «το έβδομο παιδί είναι το χαρισματικό», η επτάλοφος Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη, το Επταπύργιο και το Γεντί Κουλέ, τα Επτάνησα, ο εφτάζυμος, ο εφτάπαχος, ο εφτάπατος, ο εφτακέφαλος, ο εφτάμυαλος, οι εφτά συλλαβές, τα εφτά πέπλα της Σαλώμης και ο αποκεφαλισμός του Ιωάννη, τα εφτά μύρα, η εφτάψυχη γάτα μας, η εξόριστη δασεία του εφτά, τα εφτά ψέματά Σου, το εφτά σπαθί και το εφτά μπαστούνι, το 7 στη φανέλα του Ζαϊρζίνιο, του Καντονά και του Αρδίζογλου, το εφτά δωμάτιο στο Ποσειδώνιο στις Σπέτσες, η οδός Παπανικολάου 7 στο Ναύπλιον, «το εφτά τραγούδια θα σου πω» με τη Μελίνα, τον Αλεξανδράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι, «το εφτά νομά σ’ ένα δωμά» και το «εφτά φορές τη μάζεψα αλλά δεν τη συμμάζεψα» του Ακη Πάνου.

*Τελευταίο βιβλίο του Θ. Γκόνη είναι το «Εθνικός Κήπος» (Αγρα, 2019).


Καθείς και το παγκάκι του

Της Μάρως Δούκα*

Ενα μικρό κείμενο είμαι μόνο. Εχω όμως πείσμα, αντοχές, μνήμη. Εχω και βλέμμα ικανό σαν το βλέμμα της μύγας που τίποτα δεν της ξεφεύγει. Ή σαν το βλέμμα της κουκουβάγιας που διαπερνάει τα σκοτάδια. Εχω και την ακοή του σκύλου. Το βάδην μου το σταθερό, από πλατεία σε πλατεία, από γειτονιά σε γειτονιά, αναζητώντας κάθε τόσο το θέμα μου. Ξέρω πολύ καλά πού πάω και γιατί πάω, όλες οι στάσεις μου έχουν το νόημά τους, όλες οι ματιές μου την αιτία τους. Σαν πλανόδιος υπαίθριος φωτογράφος. Πότε ασπρόμαυρο νιώθω, πότε έγχρωμο, σοβαρό και μετρημένο, ανάλογα με τη διάθεσή μου. Εχω όμως και την ανεμελιά μου. Με τα τανγκό και τα βαλσάκια μου, τις δικές μου φωταψίες, τις σάλες, τους πολυελαίους.

Δεκάδες τα θέματα που με τριγυρίζουν, ακούω παρακαλεστές τις φωνές τους. Κι εμένα, κι εμένα, πρόσεξέ με κι εμένα. Εμένα που μόλις κατάπια το φαρμάκι της διάψευσης. Εμένα που με προδώσανε. Εμένα που με εγκαταλείψανε. Εμένα τον άτυχο. Εμένα την ασχημούλα. Τα προσέχω όλα τα θέματα που με γυροφέρνουν, τα ακούω, τα συμπονώ, αλλά με μέτρο. Δεν θέλω κανένα να αδικήσω ούτε και κανένα να ευνοήσω. Και πάντοτε, να πω την αλήθεια μου, ψάχνω για το ξεχωριστό, το παράξενο, το άλλο. Κι ας το ξέρω πως όλα τα θέματα είναι παράξενα, ξεχωριστά, άλλα. Αρκεί εσύ να μπορείς να τα ξεχωρίσεις, να τα ανυψώσεις. Και πόσο χαίρομαι, πόσο παρηγοριέμαι που έχω την εφημερίδα μου, έχω και το παγκάκι μου. Κι ας είμαι άστεγο. Κάθε μέρα στην ίδια θέση στο παγκάκι μου. Αγωνιώ καμιά φορά μήπως τη χάσω, μήπως βρεθώ χωρίς τη θέση μου. Η θέση μου όμως είναι πάντα εκεί, ελεύθερη, κανείς ποτέ δεν την πιάνει τη θέση μου. Εφόσον, καθείς και το παγκάκι του, σκέφτομαι.

Ερχεται απρόσμενα στο πολυκαιρισμένο παγκάκι, το δικό μου, και κάθεται λίγο παρακεί ένας ψαρομάλλης. Ανοίγει την εφημερίδα του. Τι συγκίνηση! Ιδια με τη δική μου εφημερίδα. Χώνεται πίσω της σαν να θέλει να μ’ αποφύγει ή και να κρυφτεί. Κάνει πως διαβάζει αλλά μπορεί και στ’ αλήθεια να διαβάζει. Ανοίγω κι εγώ τη δική μου, κάνω πως διαβάζω, βήχω όμως κιόλας για να με προσέξει. Αλλά πώς να με προσέξει; Μεγάλη η φασαρία που γίνεται στο κεφάλι του. Φωνές, λογαριασμοί, παράπονα. Μεγάλη η σύγχυσή του. Κοίτα τις σπουδές σου, βρε, κοίτα τι θ’ απογίνεις, εσύ θ’ αλλάξεις τον κόσμο; Μ’ αυτά τα μούτρα, μ’ αυτά τα μυαλά; Και καθώς προσπαθεί ο ασπρομάλλης να απαλλαγεί απ’ τη φωνή της προαιώνιας μουρμούρας, καταφτάνει κοφτή, αιχμηρή και πέφτει πάνω του η κοτρόνα: Απελύθην εξαιτίας σου.

Και συνεχίζει ώς σήμερα η φωνή από εκείνα τα μαύρα, τα εφτά, τα ολόμαυρα χρόνια. Εφτά και οι ουρανοί, οι μέρες της βδομάδας, οι πτυχές, οι ψυχές. Να και η εφτάψυχη, σχολίασα με σαρκαστική διάθεση, καθώς είδα μια γάτα να πλησιάζει. Πήδησε με απερίγραπτη χάρη και κάθισε νιαουρίζοντας ανάμεσά μας. Με την ουρά ψηλά. Γάτα με αυτοπεποίθηση, γάτα με κύρος, σκέφτηκα. Πήγε κι ήρθε απ’ τον ψαρομάλλη σ’ εμένα, τρίφτηκε σαν αέρας πάνω μου, έσκυψα δειλά προς το μέρος της, δεν μ’ άφησε να την αγγίξω. Κι όπως την κοίταζα μαγνητισμένος, πρόσεξα τα μάτια της. Η περσινή πρασινομάτα! Υποχώρησα και την άφησα να βολευτεί δίπλα μου. Τίποτα δεν ήθελα, να νιώθω μόνο το γουργουρητό της. Κάτι της ψιθύρισε ο ασπρομάλλης, κάτι του νιαούρισε αυτή, και τυλίχτηκε με χάρη σαν γούνα στον λαιμό του. Εμεινα κι εγώ ησυχασμένο να κρυφακούω. Τι λέγανε, τι δεν λέγανε…

*Τελευταίο βιβλίο της Μ. Δούκα είναι το μυθιστόρημα «Πύλη Εισόδου» (Πατάκης, 2019).


Ο έβδομος μήνας

Της Δήμητρας Κολλιάκου

Ξενοδοχείο πέντε αστέρων με διακοσμητική φρίζα και ανασηκωμένες γωνίες στις στέγες – ένα κράμα σοβιετικού κλασικισμού και παγόδας. Λουκούλλεια γεύματα, σε απέραντα τραπέζια που στο κέντρο τους στροβιλιζόταν κατάφορτος ο περιστροφικός δίσκος σερβιρίσματος. Εκδρομές, για να μας δείξουν λίμνες με ανθισμένους λωτούς, τεχνητά δάση με σημύδες, εκτροφεία γερανών με κόκκινο λοφίο. Οι αλγόριθμοι που παρουσίαζαν οι Κινέζοι σύνεδροι αποτελούσαν τεχνικές εξόρυξης προσωπικών δεδομένων από πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Κανείς από τους Δυτικούς προσκεκλημένους δεν είχε διανοηθεί να ρωτήσει αν θα χρησιμοποιούνταν σε μίντια που τα μπλόκαρε το Μεγάλο Τείχος Προστασίας της Κίνας –φέισμπουκ, τουίτερ κ.λπ.– και για ποιο σκοπό. Οσο πλήθαιναν οι περιποιήσεις, τόσο ένιωθα εντονότερη την ανάγκη για κάποιου είδους διαβεβαίωση πως οι οικοδεσπότες μας –και ειδικά ένας συγκεκριμένος– ήταν αθώοι ερευνητές που δεν είχαν ανάμειξη στις υποθέσεις της κυβέρνησης. Ζούσαν εδώ επειδή εδώ γεννήθηκαν, ενώ τα παιδιά τους είχαν αρχίσει να φεύγουν – η κόρη του συγκεκριμένου στο Λονδίνο, μου είχε πει, και το βλέμμα του μού φάνηκε περήφανο και μαζί ονειροπόλο.

Θα ήταν γύρω στα πενήντα και, αν τον είχα συναντήσει αλλού, ευκολότερα θα τον έλεγα Ινδιάνο. Του ξανάπιασα την κουβέντα με αφορμή κάτι χρυσά χαρτάκια που τα έβλεπα σε όλες τις βιτρίνες. Τα αγγλικά του ήταν στοιχειώδη, και γρήγορα καταφύγαμε σε μια εφαρμογή που είχε στο τηλέφωνό του: αναγνώριση ομιλίας στα αγγλικά και στα κινέζικα, και αυτόματη μετάφραση. «Είναι τα χρήματα των φαντασμάτων» είπε για τα χαρτάκια, «ψεύτικα λεφτά, που θα τα κάψουν αύριο οι συγγενείς των νεκρών. Στην Κίνα, ο έβδομος μήνας είναι ο μήνας των νεκρών».

Στους νεκρούς συμπεριλαμβάνονται και οι εκτελεσμένοι. Μεταξύ μας σχολιάζαμε οι Δυτικοί πως η Κίνα είναι παγκοσμίως πρώτη σε εκτελέσεις.

«Στην πατρίδα μου, η επταετία ήταν περίοδος δικτατορίας» πιάστηκα από το εφτά για να τον προκαλέσω, πάντα γυρεύοντας εκείνη τη διαβεβαίωση. (Πώς θα μετέφραζε η εφαρμογή τη λέξη «δικτατορία»; Μήπως στα κινέζικα είχε αποσυρθεί;)

Δεν έδειξε να κατάλαβε. Πρόσθεσε μόνο πως την επομένη, που ήταν η μέρα των νεκρών, θα γινόταν το «Σκούπισμα των τάφων». Η φράση κάτι μου έλεγε, αλλά η μνήμη μου δεν με βοηθούσε. Μόνο εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα πως ήταν Αύγουστος, την επομένη Δεκαπενταύγουστος.

«Ο έβδομος μήνας είναι ο μήνας των νεκρών;» απευθύνθηκα στην εφαρμογή. «Μα έχουμε Αύγουστο!».

«Ο έβδομος μήνας» επέμενε αυτός, σαν να μην ήξερε να μετράει.

Από το ξενοδοχείο, με το VPN, κατάφερα να μπω στο google. Εύκολα βρήκα πως στην Κίνα υπάρχουν δύο μέρες αφιερωμένες στους νεκρούς. Ομως το «Σκούπισμα των τάφων» συνδέεται μ’ αυτή που πέφτει δεκαπέντε μέρες μετά την εαρινή ισημερία, στις 4 Απριλίου. Ανοίγοντας κι άλλους συνδέσμους, θυμήθηκα τη σχέση αυτής της μέρας με τη φοιτητική εξέγερση στην πλατεία Τιεν Αν Μεν. Απρίλης του ’89.

Είχε μπερδέψει τα έθιμα ή θέλησε να μου πει συγκαλυμμένα πως δεν είχε ξεχάσει τις διαδηλώσεις υπέρ της δημοκρατίας; Το κόμμα είχε «σκουπίσει» όλα τα ίχνη. Τριάντα χρόνια μετά, δεν είχε αναγνωρίσει τους εκατοντάδες ή και χιλιάδες νεκρούς αυτής της «γιορτής».

Την επομένη ρώτησα κάποιους άλλους αν το εφτά θεωρείται γρουσούζικο στην Κίνα. Γρουσούζικο θεωρείται το τέσσερα, μου είπαν, γιατί στα μανδαρίνικα είναι ομόηχο με τη λέξη «θάνατος». Με τη δική τους προτροπή έψαξα στο ξενοδοχείο. Δεν υπήρχε πόρτα που να περιέχει τεσσάρι, και ο τέταρτος όροφος λεγόταν πέμπτος. Τα εφτάρια ήταν όλα στη θέση τους.

Επιστρέφοντας στο Λονδίνο, ρώτησα τον μεταπτυχιακό μου. Είχε σπουδάσει στο Χονγκ Κονγκ, και τα αγγλικά του ήταν σχεδόν καλύτερα από τα δικά μου. Τον είδα να χαμογελάει. «Κανονικά το εφτά δεν θεωρείται τυχερός αριθμός, γιατί στα μανδαρίνικα ηχεί σαν το ρήμα “ξεγελώ”. Και ο έβδομος μήνας, μετρώντας με το σεληνιακό ημερολόγιο, είναι η γιορτή των φαντασμάτων». Φέτος είχε πέσει Αύγουστο.

Χρειάστηκε να επιμείνω πολύ για να εξηγήσει γιατί χαμογελούσε. Ετσι έμαθα πως στα καντονέζικα το εφτά είναι ομόηχο με μια αγοραία λέξη για το «πέος».

*Τελευταίο βιβλίο της Δ. Κολλιάκου είναι το «Αλφαβητάρι Εντόμων» (Πατάκης, 2018, Βραβείο Διηγήματος Αναγνώστη 2019).


Παράλληλη δράση

Του Αχιλλέα Κυριακίδη*

Ανεβαίνω το βουνό με βραδύτητα έμπειρου αναρριχητή. Με κάθε άνοδο ο αέρας λιγοστεύει. Οικονομία στις εισπνοές. Πάρτε μια
βαθιά ανάσα, ύστερα τις κοφτές όπως σας έμαθαν.
Γύρω βυθίζονται αμέριμνοι ορειβάτες που δεν έφτασαν. Κάποιοι κουράζονται και λένε εδώ ώς εδώ αλλά το τέλος είναι πάντα εκεί. Το τέλος είναι πάντα ακίνητο και περιμένει. Σπρώξτε, σπρώξτε, έτσι μπράβο. Ακούω μη σπρώχνετε η πόρτα είναι κλειστή ανοίξτε ποιος έκλεισε. Ανοίξτε μια ιδέα το δεξί πόδι. Πέτρες γκρεμίζονται από πάνω περνάνε δίπλα μου ξυστά επιμένω. Πέτρες σαν λέξεις σαν πέτρες. Λέξεις μητέρα χωρίς άρθρο, πόνος, θα περάσει, μέλλων. Θα πονέσετε λιγάκι, δεν πειράζει, λίγο ακόμα, θα τελειώσουν όλα. Να πάρω μια καλή ανάσα να τα πω όλα δύσκολο. Οσο μπορώ να βγάλω το κεφάλι να περάσει αέρας. Τώρα βγαίνει το κεφάλι, σπρώξτε λίγο ακόμα. Εχω πολλά φωνήεντα να διώξω. Είναι ένα Μ που τα μπλοκάρει μέσα ένα μεγάλο Μ μητέρα μέλλων πάλι μέλλων. Οχι λένε οι πέτρες τώρα μέσα μου τώρα ενεστώς ελάχιστης διαρκείας ακαριαίος σαν γκολ χωρίς ριπλέι λίγο μια κίνηση στα δίχτυα να θυμίζει κι ύστερα ο ήχος μόνο μένει ο ήχος της κραυγής κι αυτός λειψός μόνο το οοο μακρόσυρτο μόνο φωνήεντα επιζούν σ’ αυτή την αναρρίχηση αρκεί να ’χουν αέρα αέρα να τα υψώσει εκεί σαν αερόστατα να μη βρίσκουν Μ στον αιθέρα τους μητέρα με άρθρο μνήμη ποιος έβαλε το έκτο από τα έξι δε θυμάμαι μάθημα μαθητής μαθηματικά ένα δύο τρία τέσσερα πέντε έξι εφτά μπράβο μωρό μου και μετά; Τώρα έρχεται το σώμα όλο, έρχεται, είστε υπέροχη. Μετά δεν έχει μετά, δεν έχει παρακάτω δε μ’ αφήνει, είναι το Μ των αριθμών το εφτά, κόβει το δρόμο κόβει τον αέρα πνίγομαι να περάσω στο όρθιο άπειρο του οκτώ εκεί όπου κάθε τέλος έχει προγραφεί εκεί όπου καθετί ποτέ δεν έχει αρχίσει αλλά είναι. Είδατε που δεν ήταν τίποτα; Γλιστράει στο τέλος, στην αρχή του. Νιώθω ν’ αρχίζω να γλιστράω κι εγώ αφήνομαι στην πτώση που είναι γενική και ουσιαστική και δοτική και μόνο κλητική δεν είναι δεν μπορώ να πνίξω αυτό που πνίγει τα φωνήεντα που με πνίγουν. Tώρα βυθίζομαι αργά σε μια υγρή άπνοια, φύκια χαϊδεύουν το κεφάλι μου, φύκια ξανθά μαλλιά κορίτσι που ναυάγησε μαζί μου. Κρατώ τα χείλη μου κλειστά μην μπει το αλάτι, κλειστά σε σχήμα Μ, μητέρα με άρθρο μέδουσες μαλάκια μήτρα. Ενα μπατσάκι να μας κλάψει, να τ’ ακούσετε που αναπνέει. Το ξέρω πως θα γίνει πως θ’ αναδυθώ πως θα ’ρθει το ιππικό την τελευταία στιγμή με τον καλό το λόγο του και τα τεχνάσματά του για την πρώτη ανάσα. Γέννησέ με.

Κόψε εδώ.

Γήπεδο Καραϊσκάκη / Μαιευτική Κλινική Νέου Φαλήρου
8 Φεβρουαρίου 1981
16.58΄-17.03

*Τελευταίο βιβλίο του Αχ. Κυριακίδη είναι το «Μουσείο των Τύψεων» (Πατάκης, 2017)


Ου μοιχεύσεις

Του Μιχάλη Μακρόπουλου*

Βρήκαν τον Τάκη Τσώνη πεταμένο έξω απ’ το χωριό, μέσα σ’ ένα σύννεφο από μύγες που είχαν μαζευτεί και του έπιναν το αίμα. Είχε εφτά μαχαιριές: στο στομάχι, στο υπογάστριο, στη σπλήνα, στον δεξιό νεφρό, ώς και στο πρόσωπο ακόμα. Τον βρήκε ο Αλβανός που βοσκούσε τα ζώα της Χρύσας του Μάγκου. Τα ’χασε, γιατί από ένστικτο είπε ότι θα του φόρτωναν το φονικό, αλλά μήτε μπορούσε να μην πάει στην αστυνομία· ταλαντεύτηκε για λίγο, ζυγιάζοντας αποδώ τον φόβο της απόκρυψης, αποκεί τον φόβο του φανερώματος, ενώ χούγιαζε τα σκυλιά που όλο έκαναν να ζυγώσουν το πτώμα, να γλείψουν κι αυτά το αίμα τρελαμένα από την αψιά του μυρωδιά. Τέλος κατέβηκε, ενημέρωσε για το μακάβριο εύρημά του κι ανταμείφθηκε με πολύωρη ανάκριση και διανυκτέρευση στο κρατητήριο του τμήματος συνοροφυλακής. Τον πρόγκηξαν, μα δεν μπορούσαν να του φορτώσουν κιόλας το φονικό.

Οταν πήγαν και βρήκαν τη γυναίκα του Τάκη για να της το πουν, η Αιμιλία είχε μόλις σφάξει έναν κόκορα· την πέτυχαν με το μεγάλο μαχαίρι στα χέρια και με τ’ ακέφαλο πουλερικό να σπαρταράει ακόμα. Σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της και φώναξε τη Ρήνη να ’ρθει από μέσα. Το δεκατετράχρονο κορίτσι είχε γεμάτο κορμί, γυναικείο, αλλά μυαλό και λαλιά μικρού παιδιού. Ελεγαν πως είχε γίνει κάτι πριν από τη γέννα, ότι ο Τάκης είχε χτυπήσει άσχημα την Αιμιλία κι έκανε ζημιά στο μωρό.

Με το ίδιο χέρι που κρατούσε πρωτύτερα το μαχαίρι, τώρα χάιδεψε τρυφερά το κοριτσίστικο μάγουλο. Φυσούσε· ο αέρας ανάδευε τα φύλλα στην αυλή, βαρούσε ξανά και ξανά ένα παντζούρι που είχε αφεθεί αστέριωτο, και στον ουρανό αποπάνω σύννεφα κυνηγιόνταν. Μια πνοή άρπαξε το φουστάνι του κοριτσιού, το κόλλησε πάνω στα μπούτια του, κι έριξε τα μαλλιά του ξέπλεκα πάνω στο πρόσωπό του και στο χέρι της μάνας. Η Αιμιλία τράβηξε προσεχτικά τις τούφες, μία μία, και τις έπιασε πίσω από τ’ αφτιά της Ρήνης. Σάλιωσε έπειτα τον αντίχειρά της για να της ισιώσει τα φρύδια και να της σκουπίσει στο μάγουλο ένα μικρό λεκέ από κάτι που έτρωγε πρωτύτερα το κορίτσι· θαρρείς κι έπρεπε, γι’ αυτό που θα της έλεγε, να είναι καθαρή και περιποιημένη.

«Σκότωσαν τον πατέρα σου», της είπε. «Σύρε να στεριώσεις κείνο το παντζούρι που βαράει» – τα ’πε έτσι, το ένα πλάι στ’ άλλο και με τον ίδιο τόνο, σάμπως ο σκοτωμένος πατέρας και το αστέριωτο παντζούρι να ήταν ίδιας τάξης πράγματα.

Επειτα πήρε το μαχαίρι και τον κόκορα, που δεν σπαρταρούσε πια· «Ελάτε μέσα», είπε στους αστυνομικούς και μπήκε στο σπίτι.

Τις επόμενες μέρες και βδομάδες έψαξαν για τον φονιά, κι ούτε τους έλειπαν οι ύποπτοι. Ο πεθαμένος δεν ήταν άνθρωπος να έχεις πάρε-δώσε μαζί του: βλαστημούσε, έκλεβε, ψευδόταν, φθονούσε τους πλησίον του. Οσο όμως κι αν τον γύρεψαν, δεν τον βρήκαν. Υποψιάζονταν πότε τον έναν, πότε τον άλλον, μα για κανέναν δεν είχαν αδιάσειστα στοιχεία, και λίγο λίγο η έρευνα ατόνησε. Ωσπου, πέντε μήνες αργότερα, όταν η Αιμιλία ήταν ελεύθερη από την αστυνομία να φύγει, μάζεψε μερικά κουζινικά κι άλλα υπάρχοντα σε κούτες, και ρούχα σε παλιές βαλίτσες, κι ένα πρωί ήρθε ένα φορτηγό και τις πήρε μαζί με τα πράγματά τους.

Το κορίτσι φόραγε μόνο κάτι φαρδιά φουστάνια της μάνας του, αλλά προτού φύγουν, ένα απομεσήμερο μ’ αέρα που η Ρήνη ήταν έξω στην αυλή κι άπλωνε την μπουγάδα, έτυχε μια γειτόνισσα να περνάει όταν ξάφνου φύσηξε δυνατά· τα βρεμένα ασπρόρουχα έκαναν στράκες στον άνεμο, το φουστάνι του κοριτσιού κόλλησε πάνω στο κορμί του, και η γειτόνισσα είδε καθαρά, τότε, πως είχε στρογγυλέψει η κοιλιά του.

*Τελευταίο βιβλίο του Μ. Μακρόπουλου είναι η νουβέλα «Μαύρο Νερό» (Κίχλη, 2019).


Στον έβδομο ουρανό

Του Αλέξη Πανσέληνου*

Ενα πλυσταριό ήτανε, σε παλιό τριώροφο της οδού Φυλής που ο ιδιοκτήτης το έδινε για γκαρσονιέρα. Είχε μέσα κρεβάτι ημίδιπλο, στον απέναντι τοίχο καθρέφτη από τον προηγούμενο νοικάρη, ψυγειάκι από αυτά των ξενοδοχείων, ίσα ίσα να παίρνει δύο μπουκαλάκια νερό, μια πλαφονιέρα με τα πεθαμένα μυγάκια της νύχτας να σχηματίζουν διακοσμητικό στεφάνι στο θαμπό γυαλί και κομοδίνο με ένα μισοκαμμένο αμπαζούρ στο πορτατίφ.

Μια φορά τον μήνα ο Σπύρος παρκάριζε σε έναν απόμερο κάθετο, έκανε με τα πόδια τα πενήντα μέτρα ώς την είσοδο και σκαλί σκαλί ανέβαινε στην ταράτσα, ξεκλείδωνε με το κλειδί που έκρυβε στο ντουλάπι του αμαξιού του και έλεγε κάθε φορά μπαίνοντας «Φτάσαμε πάλι στον έβδομο ουρανό κυρ Σπύρο μου!» Και αυτό επειδή η πόρτα είχε ψηλά το νούμερο εφτά, αν και τα διαμερίσματα ήταν πέντε όλα κι όλα και κανένα άλλο δεν είχε στην πόρτα νούμερο.

Αναβε τον θερμοσίφωνα, έκανε ντους αν ήταν καλοκαίρι, τοπικές πλύσεις αν ήταν χειμώνας. Η θέρμανση δεν έφτανε να δαμάσει το κρύο.

Η Λίτσα –αν ήταν στ’ αλήθεια αυτό το όνομά της– ερχόταν συχνά με μισή ώρα καθυστέρηση, κατηφορίζοντας από την πλατεία Αμερικής όπου την άφηνε το τρόλεϊ και παίρνοντας δεξιά τη Φυλής. Είχε προηγηθεί ένα τηλεφώνημα κατά τη μια το μεσημέρι, για επιβεβαίωση, επειδή την ώρα εκείνη ο άντρας της έλειπε. Καμιά φορά άκουγε από μέσα και το παιδί της να μιλάει. «Εντάξει για σήμερα;» «Εντάξει». Εκλεινε και καπάκι τηλεφωνούσε στη γυναίκα του πως θα αργούσε στο γραφείο, «Λογιστικές εργασίες – Δηλώσεις Εφορίας». Εκείνη του απαντούσε «Καλά», ή «Θα σου κρατήσω φαγητό στο μάτι, να το ζεστάνεις σαν έρθεις».

Ενας γερομπερμπάντης, συνομήλικός του, πελάτης παλιός, του είχε δώσει το τηλέφωνό της. «Είναι καλό κορίτσι και υπομονετικό με τους μεγαλύτερους σαν εμάς. Και είναι καθαρή», είχε πει. Και ο Σπύρος που μάτιαζε τα κοριτσόπουλα με τα κοντά σορτσάκια και τις μπλούζες δεμένες στη μέση για να κρύβουν όσα τα σορτσάκια ξεσκέπαζαν, ενώ η γυναίκα του είχε χάσει κι αυτή κάθε διάθεση για αγκαλιές, πήρε την απόφαση και έκανε το πρώτο τηλεφώνημα.

Τη μέρα εκείνη, παραμονές Χριστουγέννων, του ήρθε μια ιδέα. Η Λίτσα ήταν μαζί του ευγενικιά και υπομονετική, έξι μήνες τώρα, του άφηνε όση ώρα ήθελε για να ανασυντάξει δυνάμεις για τις περιπτύξεις τους και επέμενε να του μιλά στον πληθυντικό όσες φορές χρειαζόταν να πει κάτι για τον ίδιον.

Ηξερε πως δεν ήταν επαγγελματίας. Ηξερε πως είχε πρόβλημα με τα λιγοστά λεφτά που έφερνε στο σπίτι ο άντρας της. Αυτή τη φορά, δέκα μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, ο Σπύρος είχε μια ιδέα. Πέρα από το πενηντάρι που της άφηνε στο κομοδίνο πλακωμένο από το μικρό πορτατίφ, τη μέρα εκείνη κουβάλησε ώς απάνω και μια σακούλα που την έκρυψε κάτω από το κρεβάτι.

Και όταν η Λίτσα έβαλε στο σακίδιό της το πενηντάρι, αυτός έσκυψε, τράβηξε τη σακούλα και της την έδωσε. Τον κοίταξε απορημένη. «Για το παιδί», της είπε.

Κατακόκκινη, φουντωμένη, άνοιξε και είδε μέσα ένα παιδικό παιχνίδι από αυτά που διαφημίζονταν όλο τον μήνα τώρα στην τηλεόραση, με μικρούς μπόμπιρες να το κοιτούν εκστασιασμένοι και να παίζουν με αυτό ξεφωνίζοντας από ενθουσιασμό.

«Δεν γίνεται… Πού θα πω το βρήκα; Αυτό κάνει ένα σωρό λεφτά. Ο άντρας μου δεν…»

«Πες του πως τα μάζευες όλο τον χρόνο. Για τις γιορτές».

«Δεν έπρεπε…» τραύλισε η Λίτσα, αλλά πήρε τη σακούλα και βγήκε από το δωμάτιο.

Οταν της τηλεφώνησε ξανά, κατά τα τέλη του άλλου μήνα, αμέσως μετά το κοφτό «εντάξει» της, τόλμησε να τραβήξει τη συνομιλία λίγο περισσότερο. «Πώς του φάνηκε;» ρώτησε.

«Παίζει όλη μέρα μ’ αυτό. Είναι πολύ χαρούμενος, στον έβδομο ουρανό!» απάντησε η Λίτσα.

«Καλά το έλεγα εγώ», μονολόγησε ο Σπύρος αφού έκλεισε το τηλέφωνο και ετοιμάστηκε να καλέσει στο σπίτι του.

* Τελευταίο βιβλίο του Αλ. Πανσέληνου είναι το μυθιστόρημα «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια» (Μεταίχμιο, 2018)


Η φανέλα με το εφτά

Του Ακη Παπαντώνη*

Ο ένας θα ήταν στα δεκαπέντε, όπως η κόρη του, μα ψηλότερος· ο άλλος μεγαλύτερος, γεροδεμένος, μελαμψός, φορούσε φανέλα Μάικλ Τζόρνταν, λευκή με το 23 στην πλάτη. Η προφορά τους βαριά, με τραχύ ρο· ψιλόβρεχε, ο ψηλότερος φορούσε την κουκούλα του, γερμανική ραπ έπαιζε δυνατά από ένα κινητό ακουμπισμένο στη βάση της μπασκέτας, στο φόντο ο Ρήνος με μικρά και μεγάλα πλοία να πηγαινοέρχονται. Πλησίασε, από ώρα προετοίμαζε λέξη λέξη τη σωστή φράση:

Γιουνγκς, καν ιχ μιτσπίλεν;1

Τον κοίταξαν από πάνω ώς κάτω, ίσως επειδή είχε αλλόκοτη προφορά, ίσως επειδή εξέφερε τόσο αργά τις λέξεις, λες και φοβόταν μήπως σπάσουν, ίσως επειδή φορούσε πουκάμισο και παντελόνι με τσάκιση κι ένα ζευγάρι δερμάτινα δετά μποτάκια.

Αλες γκουτ μαν,2 απάντησαν και του έγνεψαν να πλησιάσει.

Το πρώτο σουτ, από τη γωνία, δεν βρήκε καν στεφάνι, ο Τζόρνταν έκανε ένα μορφασμό στον ψηλό, μειδίασαν· το δεύτερο ίσα που έγλειψε το σίδερο.

Νόχμαλ μαν,3 είπε ο ψηλός και του ξαναπάσαρε την μπάλα.

Εκείνος έκανε μια ντρίμπλα, σούταρε με ταμπλό και το ‘βαλε. Τον χειροκρότησαν, χαμογέλασε, οι αραιές σταγόνες της βροχής είχαν στιγματίσει τους φακούς των γυαλιών του. Ο ψηλός πρότεινε να παίξουν μονό, ένας εναντίον ενός στα πέντε καλάθια, κι εκείνος τράβηξε το πουκάμισο να απελευθερωθεί από τη ζώνη του και γονάτισε να σφίξει τα κορδόνια του. Ο Τζόρνταν πληκτρολογούσε στο κινητό του -γλάροι παρατάχθηκαν στο κάγκελο της όχθης για το ματς. Δεν έπαιξε άσχημα, έβαλε και δυο τυχερά σουτ, κέρδισε 5-3.

Ουντ γιέτστ μιτ μιχ,4 είπε ο Τζόρνταν και έδωσε στον ψηλό το κινητό του.

Στην πρώτη φάση χτύπησε η μπάλα στο μποτάκι του ενώ ντρίμπλαρε κι έφυγε προς το ποτάμι. Ετρεξε να την προλάβει, είχε ιδρώσει στην πλάτη, ακριβώς όπως ίδρωνε παιδί, απλώς τώρα πολύ περισσότερο. Οι ανάσες του κοφτές, το τσιμέντο γλιστρούσε, οι γλάροι αδιάφοροι· στη δεύτερη φάση ο Τζόρνταν τον πέρασε εύκολα κι έβαλε λέι-απ· 1-0. Στην επόμενη σούταρε από το τρίποντο· 3-0. Οταν δοκίμασε να ξανασουτάρει, εκείνος του χτύπησε με δύναμη τα χέρια.

- Φάουλ, φώναξε ο Τζόρνταν.
- Φάουλ, συμφώνησε · του έδωσε την μπάλα.

Ο ψηλός κοιτούσε βαριεστημένα και μουρμούριζε, παγωμένος αέρας κατέβαινε το ποτάμι, ο Τζόρνταν διαρκώς σε κίνηση. Οταν έκανε μια απότομη σταυρωτή ντρίμπλα για να περάσει από δεξιά, εκείνος τον έσπρωξε δυνατά με τον ώμο· μπερδεύτηκαν τα πόδια τους, βρέθηκαν κι δύο μπρούμυτα στο έδαφος.

- Σάισε! 5 φώναξε ο Τζόρνταν, εκείνος προσπαθούσε να ισιώσει το μπράτσο από τα γυαλιά του, σάισε, μαν! ξαναφώναξε σπρώχνοντάς τον και με τα δυο χέρια.

Εκείνος πισωπάτησε, δεν σταμάτησε να κοιτάζει το λίγο στραβό μπράτσο από τα γυαλιά του, ο ψηλός μπήκε ανάμεσά τους, εκείνος φόρεσε τα γυαλιά του, πλησίασε κι έδωσε το χέρι του στον Τζόρνταν, εντσούλντιγκουνγκ,6 είπε και άρχισε να περπατά προς το αμάξι.

Ανοιξε το πορτμπαγκάζ, έβγαλε το πουκάμισό του και σκούπισε τον ιδρώτα στο στήθος και την πλάτη, φόρεσε ένα γκρι φούτερ που είχε πάντοτε ρεζέρβα, προσπάθησε ξανά να ισιώσει τα γυαλιά του και κάθισε στη θέση του οδηγού. Το μηχάνημα της εταιρείας ταξί στο ταμπλό είχε τρεις κλήσεις για δρομολόγια προς το αεροδρόμιο, μα ήταν ήδη αργά. Ανέσυρε κάτω από το κάθισμά του το κινητό και τσέκαρε τα μηνύματά του: η γυναίκα του -ακόμα την έλεγε έτσι, μιας και δεν είχε βγει το διαζύγιο- του είχε στείλει μια φωτογραφία από το τουρνουά που έπαιζε η μικρή, κάπου στη Χαλκίδα. Σούταρε με πλάτη στον φακό και στη φανέλα της τυπωμένα το όνομά της και το 13. Ηπιε μια γουλιά καφέ, έγραψε: Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν μου έκανες αυτή τη χάρη, να της δώσετε το εφτά, δεν σου ζήτησα δα και τίποτα, ένα γαμημένο εφτά σαν του πατέρα της, το δεκατρία είναι γρουσουζιά και βγήκε από το αμάξι με κατεύθυνση το γηπεδάκι.

Εϊ γιουνγκς…7

1 Μάγκες, μπορώ να παίξω μαζί σας;
2 Οκέι, φίλε
3 Ξανά, φίλε
4 Και τώρα με μένα
5 Σκατά
6 Συγγνώμη
7 Εϊ μάγκες
 

*Τελευταίο βιβλίο του Α. Παπαντώνη είναι η νουβέλα «Ρηχό νερό, σκιές» (Κίχλη, 2019)


Αφιέρωμα: 7 χρόνια Εφημερίδα των Συντακτών

MEDIA
«Το ελικόπτερο» του Βασίλη Βασιλικού στην «Εφ.Συν.-Σαββατοκύριακο»
Ένα εμβληματικό βιβλίο, ένα απολαυστικό μυθιστόρημα προσφέρει στους αναγνώστες της η «Εφημερίδα των Συντακτών» αυτό το Σαββατοκύριακο. 
«Το ελικόπτερο» του Βασίλη Βασιλικού στην «Εφ.Συν.-Σαββατοκύριακο»
MEDIA
«Ο Νίκος Πουλαντζάς 40 χρόνια μετά» με την «Εφ.Συν. - Σαββατοκύριακο»
Μία μοναδική προσφορά κυκλοφορεί αυτό το Σάββατο με την «Εφ.Συν. - Σαββατοκύριακο». Το βιβλίο με τίτλο «Ο Νίκος Πουλαντζάς 40 χρόνια μετά» σε...
«Ο Νίκος Πουλαντζάς 40 χρόνια μετά» με την «Εφ.Συν. - Σαββατοκύριακο»
Ν. Παναγιωτόπουλος
ART - ΝΕΑ
Ημουν πάντοτε του «εδώ και τώρα»
Δέκα ερωτήσεις, περισσότερο αφορμές και σπινθήρες για μια συνομιλία, ανάμεσα σ΄ ένα πρόσωπο της γραφής κι έναν επίμονο αναγνώστη. Σήμερα ο συγγραφέας Nίκος Παναγιωτόπουλος.
Ημουν πάντοτε του «εδώ και τώρα»
MEDIA
Εκδήλωση της «Εφ.Συν.» για τον Φραντς Φανόν
Το βιβλίο του Πίτερ Χιούντις «Φραντς Φανόν - Φιλόσοφος των οδοφραγμάτων» παρουσιάστηκε από τις εκδόσεις Οξύ και την «Εφ.Συν.» στο Public Café στο Σύνταγμα. Για το βιβλίο, που θα μοιραστεί αυτό το Σάββατο 1η...
Εκδήλωση της «Εφ.Συν.» για τον Φραντς Φανόν
MEDIA
Σήμερα με την Εφ.Συν: Επανακυκλοφορεί ο 3ος τόμος του Δαίδαλου
Μετά τη μεγάλη ανταπόκριση των αναγνωστών για τη μεγάλη ανθολογία της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας «Δαίδαλος», η «Εφημερίδα των Συντακτών» επανακυκλοφορεί σήμερα τον τρίτο τόμο, που αρχίζει από τον Κύπριο...
Σήμερα με την Εφ.Συν: Επανακυκλοφορεί ο 3ος τόμος του Δαίδαλου
MEDIA
Σήμερα με την Εφ.Συν: Επανακυκλοφορεί ο 2ος τόμος του Δαίδαλου
Μετά τη μεγάλη ανταπόκριση των αναγνωστών για τη μεγάλη ανθολογία της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας «Δαίδαλος», η «Εφημερίδα των Συντακτών» επανακυκλοφορεί σήμερα τον 2ο τόμο. Θα ακολουθήσουν αύριο (Πέμπτη...
Σήμερα με την Εφ.Συν: Επανακυκλοφορεί ο 2ος τόμος του Δαίδαλου

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας