Δοξολόγηση της μικρής φόρμας συνιστούν τα κείμενα που απαρτίζουν τη μεταθανάτια έκδοση με κείμενα του πρόωρα χαμένου Βαγγέλη Σιαφάκα (1952-2021). Ευαίσθητος και τρυφερός, είρων και μονίμως αμφισβητών, με σπουδές Αρχιτεκτονικής στη Φλωρεντία, ενεργό στέλεχος του «Ρήγα Φεραίου» στα χρόνια της Δικτατορίας και ύστερα ώς το 1977, δημοσιογράφος έπειτα, σε εφημερίδες, αρθρογράφος και σε περιοδικά, λαίμαργος για ζωή, διεισδυτικός παρατηρητής του βίου των ανθρώπων και των πραγμάτων, άνθρωπος προπαντός για τον οποίο τίποτα το ανθρώπινο δεν του ήταν ξένο, για να θυμηθούμε τον Τερέντιο και τον «Αυτοτιμωρούμενό» του. Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνουν τα γραφτά τής ανά χείρας έκδοσης, κείμενα υβριδικά, συγχρόνως αυτοβιογραφικά και κοινωνικά σχόλια, αφηγήσεις και κείμενα κοινωνικοπολιτικής κριτικής. Κείμενα, πάντως, σύντομα, αλλά πυκνά πορτρέτα τρόπον τινά τόπων και ανθρώπων, βιογραφίες τόπων, αναμνήσεις από ανθρώπους, τη ζωή και τη βιωτή τους.
Τα κείμενα του βιβλίου διαπερνά μια νοσταλγική αναπόληση, που ουδέποτε εκτρέπεται προς τη θρηνωδία για την απολεσθείσα παιδική ηλικία ή τα απολεσθέντα χρόνια στον γενέθλιο τόπο, στα Ιωάννινα, στην Κράψη, σαράντα δύο χιλιόμετρα ανατολικά της πόλης στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία της οποίας φοίτησε –γεννιόμαστε εκεί όπου γεννιούνται οι πρώτες μας αναμνήσεις–, ή στα χρόνια του «Ρήγα Φεραίου» και των αργότερα ανοιχτών λογαριασμών του με την Αριστερά, ούτε εκβάλλει στον ρομαντισμό, όταν ο Σιαφάκας, συχνά πυκνά αυτοσαρκαζόμενος, αναπολεί τα χρόνια στην Ιταλία, χρόνια ανοιχτών οριζόντων και πολιτικής ένταξης και δράσης, χρόνια σπουδών και μαθητείας στην Αρχιτεκτονική και στη ζωή, στα δημοσιογραφικά γραφεία και στο Μοναστηράκι, στους γωνιές και στους δρόμους του, ή στη Γλυφάδα – με την πόλη να λειτουργεί κάπως σαν υποσημείωση στη θάλασσα, δίπλα και μέσα στην οποία φαίνεται περνούσε ώρες πολλές, πάντοτε παρατηρητικός για όλα και για όλους, κορίτσια που φωτογράφιζαν, μετανάστες που πουλούσαν την πραμάτεια τους, ψαράδες και κυρίες που δεν έβαζαν γλώσσα μέσα, μια ολόκληρη ανθρωπογεωγραφία παρά θίν’ αλός.
Η ανά χείρας συναγωγή κειμένων απαρτίζεται από υλικό που ενσελιδίζεται στην πρώτη εκτενέστερη ενότητα του βιβλίου, αφού δοκιμάστηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατά την περίοδο 2020-2021, εντός και εκτός καραντίνας –τα κείμενα αυτά ο ίδιος ονόμαζε flafflies, εκ του flash fiction, και κείμενα που αφορούν στο «άλλο» Μοναστηράκι, του κόσμου και του υπόκοσμου που θάλλει και κινείται στα στενά δρομάκια, μαγαζάτορες και εργάτες, πρεζόνια και κλεπταποδόχοι, σαλοί και άστεγοι, που συχνάζουν, σπασμένα παιχνίδια στα χέρια της Ιστορίας, στο στέκι του αφηγητή, το «Χάνι του Οθωνα», πάνω από την Ποικίλη Στοά.
Αποδέχονται τη μοίρα χωρίς να αγανακτούν, ο Κώστας Τσέκος που ακούει μέσα στο κεφάλι του φωνές, ο Τέλης, κομμωτής, στο Μοναστηράκι, «η κομμώτρια», ο εκδότης και ο μετρ, ο Στάθης ο ρολογάς, δηλητηριασμένος κυριολεκτικά από τα λιπάσματα στα Λιπάσματα, και ο Σιαφάκας κάνει με διαύγεια και στοχαστικότητα έκτυπο το τραύμα, το σαράκι τους, για να αναδείξει τα βάσανα της ψυχής τους, ανθρώπινα ράκη βασανισμένα αλλά αξιοπρεπή και περήφανα – πολλές απύθμενες περιοχές συνθέτουν έναν τόπο, μία πόλη.
Τα κείμενα που απαρτίζουν τη δεύτερη ενότητα του βιβλίου, σημειώνει στο Επίμετρό της η Βάλια Καïμάκη, ήταν έτοιμα από πριν, «στη σειρά τους και διορθωμένα», πράγμα που επιβεβαιώνει την επιμονή του Σιαφάκα στον χειρισμό της μνημονικής σκευής ως τροφού για τα μελλούμενα. Καταδεικνύεται, παράλληλα και συγχρόνως, έτσι η συγγραφική του πάστα, η πάστα του γραφιά εκ πεποιθήσεως από την οποία ήταν φτιαγμένος, πάντοτε σε εγρήγορση, περίεργος και ανήσυχος, με τους τόπους και τις σχέσεις των ανθρώπων να τον διατρέφουν και να τον θρέφουν, από τότε που ήταν παιδί. Τα κείμενα του Σιαφάκα, σαν μικρά κεράκια αναμμένα, μας φιλοδωρούν με ευφρόσυνο αποκαλυπτικό θάμβος, μας εκπλήσσουν και, οικονομημένα και οικονομικά, μας συγκινούν με την πληθυντική, φιλέταιρη ευαισθησία τους.
