Εγραψε το πρώτο διήγημα της συλλογής συγκλονισμένη από τον θάνατο του πατέρα της. Και τη βάφτισε από ένα διήγημα για μια μετανάστρια που χάνει το παιδί της στα κύματα του Αιγαίου.
Η Ευγενία Μπογιάνου, το ίδιο σκοτεινή, αλλά με την απλότητα, την αμεσότητα και τη στοχαστική διάθεση που μπορεί να μετατρέψει τη «μαυρίλα» σε δυνατή λογοτεχνική εμπειρία, επιστρέφει στη μικρή φόρμα. Αυτή άλλωστε την ανέδειξε.
Το «Μόνο ο αέρας ακουγόταν» (εκδόσεις Μεταίχμιο) είναι η τρίτη της συλλογή διηγημάτων, αλλά η έκδοσή της τη βρίσκει και πάλι δοσμένη σε ένα μυθιστόρημα. Ευτυχώς.
Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε πόσο βαθύ, καίριο και σύνθετο υπήρξε το πρωτόλειό της πριν από δύο χρόνια («Ακόμα φεύγει», εκδόσεις Πόλις): μια μητέρα αναζητά τον εξαφανισμένο γιο της, που έχει δικαστεί και αθωωθεί για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση.
• Στα περισσότερα διηγήματα κυριαρχεί μια αίσθηση ματαιότητας. Ολα σχεδόν τα πρόσωπα είναι βαριά τραυματισμένα και φλερτάρουν με το τέλος. Χτίσατε το βιβλίο σας γύρω από αυτό το θέμα;
Κατ’ αρχήν θα ’λεγα ότι οι ήρωές μου, ο καθένας με τον τρόπο του, το παλεύουν, αλλά τους ξεπερνούν οι καταστάσεις. Οχι, δεν ξεκίνησα να γράφω τις ιστορίες μου με πρόθεση και στόχο. Από διήγημα σε διήγημα η αφετηρία άλλαζε. Αλλά, εκ των υστέρων, διαβάζοντάς τα όλα μαζί, βρήκα τη σύνδεση που λέτε. Γράφω για καθημερινούς, αναγνωρίσιμους ανθρώπους, που φοράνε την απώλεια κατάσαρκα.
• Εχετε καταλάβει πώς βγήκε από μέσα σας αυτό το βαρύ συναίσθημα, αυτές οι δραματικές ιστορίες;
Είναι ο τρόπος που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα, η δική μου ματιά. Είναι πάρα πολύ δύσκολη η εποχή, ό,τι και να δεις γύρω σου σε πληγώνει. Δεν μπορώ να μείνω αδιάφορη. Οταν ανοίγω το διαδίκτυο το πρωί για να ενημερωθώ, είναι αδύνατον να μη συγκλονιστώ και κλονιστώ.
Η ένταση που με πλημμυρίζει θα με οδηγήσει να καθίσω και να γράψω. Θέλω να μιλήσω γι’ αυτά που κουβαλάω και με στοιχειώνουν. Δεν είναι ότι θα αλλάξει κάτι, ότι έχει κάποιο αποτέλεσμα αυτό που κάνω. Αλλά μου είναι αδύνατον να λειτουργήσω διαφορετικά.
• Υπάρχουν, πάντως, στο βιβλίο μερικά διηγήματα εντελώς κόντρα, καλοδεχούμενα ιντερμέδια, που αλλάζουν το θέμα και το ύφος. Φλερτάρουν ακόμα και με τα «είδη».
Ηταν ένα ζητούμενο για μένα. Η συλλογή μου «Η κλειστή πόρτα», που είχε αρέσει, ήταν σχεδόν μονοθεματική. Οταν, όμως, έχεις την αίσθηση ότι μπορείς κάτι να το κάνεις καλά, υπάρχει ο κίνδυνος να εγκλωβιστείς.
Ετσι, όταν άρχισα να γράφω αυτό το βιβλίο, ήθελα να υπάρχει βέβαια το στοιχείο με το οποίο ο αναγνώστης με αναγνωρίζει, να είμαι εγώ, αλλά συγχρόνως να το δυσκολέψω το πράγμα. Να γράψω και ιστορίες σε τελείως άλλο κλίμα και πνεύμα. Δεν ξέρω αν τα κατάφερα.
• Γιατί βαφτίσατε τη συλλογή από το διήγημα «Μόνο ο αέρας ακουγόταν»; Η διήγηση της μετανάστριας, που το παιδί της πνίγεται, ξεπερνά τις αντοχές του αναγνώστη. Και συγχρόνως δίνει ένα πολύ συγκεκριμένο στίγμα στο βιβλίο.
Γιατί το θεωρώ ένα από τα πιο συγκινητικά, τα πιο δυνατά διηγήματα της συλλογής. Δεν με ταλαιπώρησε καθόλου. Δεν ήθελα να εκβιάσω τη συγκίνηση, αλλά δεν γίνεται να διηγηθείς μια τέτοια ιστορία χωρίς να βγάλεις αυτόν τον σπαραγμό.
Οντως μπορεί να πέσεις στο μελό, αλλά αυτός δεν είναι πάντα ο φόβος όταν γράφεις;
• Νιώθατε υποχρεωμένη να γράψετε οπωσδήποτε κάτι για την τραγωδία των προσφύγων στο Αιγαίο;
Δεν ένιωθα υποχρεωμένη. Θα μπορούσα να γράψω ολόκληρη συλλογή με τέτοια διηγήματα. Το ξέρω ότι υπάρχει αυτή η «μόδα» του «όλοι πρέπει να γράψουμε για τους μετανάστες», αλλά να πω δογματικά «δεν θα γράψω γιατί γράφουν όλοι», δεν θα το έκανα.
• Εντάσσετε συχνά, έστω και με διακριτικό τρόπο, ένα ενδιαφέρον ποιητικό στοιχείο στη γραφή σας, που κατά βάση είναι ρεαλιστική, συχνά ωμή. Πώς το εξηγείτε;
Είμαι μανιακή αναγνώστρια της ποίησης. Κι αυτό κάπου βγαίνει στη γραφή μου, αν και δεν έχω γράψει ποτέ ποιήματα- μου φαίνεται πολύ δύσκολο. Το διήγημα έχει, όμως, συγγένεια με την ποίηση.
Καλείσαι με πολύ λίγα λόγια να πεις πολλά, πρέπει να είσαι πυκνός -όχι πάντως με την αυστηρότητα της ποίησης- και ουσιαστικός, χωρίς την πολυτέλεια που σου δίνει καμιά φορά το μυθιστόρημα να φλυαρήσεις. Ισως η αναγνωστική θητεία στην ποίηση να βοηθάει στα μικρά, κυρίως, διηγήματα.
• Και η αναγνωστική θητεία στα ίδια τα διηγήματα; Διαβάζετε διηγήματα;
Πολύ. Εχω διδαχτεί από την Αλις Μονρό και τον Ρέιμοντ Κάρβερ, δεν ντρέπομαι να πω ότι για μένα είναι δάσκαλοι. Ειδικά η Μονρό, με την πολυπλοκότητα των χαρακτήρων της και τις τόσες πτυχές των ιστοριών της μέσα σε λίγες σελίδες.
Εχω όμως και εμμονές με Ελληνες, όπως τον Δημήτρη Νόλλα, που θεωρώ κορυφαίο στη μικρή φόρμα. Αγαπώ πολύ τον Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλο και τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη. Και δεν μπορώ να μην αναφέρω τη Μάρω Δούκα, κι ας μη γράφει διηγήματα.
• Είναι γνωστό ότι είστε αριστερή και, μάλιστα, ψηφοφόρος του ΣΥΡΙΖΑ. Πώς βλέπετε σήμερα τα πράγματα;
Κατανοώ την απογοήτευση που υπάρχει στον κόσμο. Υπήρξε στην κυβέρνηση μια αφέλεια, ειπώθηκαν πάρα πολλά που δεν έπρεπε να ειπωθούν. Εγιναν αβλεψίες και φοβερά λάθη. Και, δυστυχώς, βλέπουμε ήδη έναν εθισμό στην εξουσία. Φαίνεται ότι εθίζεσαι πολύ εύκολα στο να κάθεσαι σε μια καρέκλα και να παίρνεις αποφάσεις.
Αλλά, από από ένα σημείο και πέρα, με ξενίζει πολύ το μένος και ο φανατισμός απέναντι στην κυβέρνηση. Εγώ επιλέγω να πιστεύω ότι οι δομικές της επιδιώξεις δεν έχουν αλλάξει. Οτι με υπομονή, επιμονή, σοβαρότητα και κοινή λογική θα προχωρήσει μπροστά, όσο γίνεται να προχωρήσει.
