Στρατής Μπουρνάζος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σελίδες της Τετάρτης – Βιβλία στο προσκέφαλο

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Σμιλεμένος από δύο εμβληματικές προσωπικότητες της ανανεωτικής Αριστεράς (Φίλιππο Ηλιού και Αγγελο Ελεφάντη) ο Στρατής Μπουρνάζος συντόνιζε μέχρι πρότινος τα καίρια «Ενθέματα» στην «Αυγή» (πρωτοξεκίνησε πλάι στον Ελεφάντη το 2000).

Σπάνιος διορθωτής και επιμελητής κειμένων, νηφάλιος βιβλιοκριτικός και πολιτικός σχολιαστής, αθόρυβη ψυχοστασία, τίμιο πρόσωπο. Εδώ, σκαλίζοντας σελίδες και μέρες, ανακεφαλαιώνει και συμφύρει, σε μια πυκνή, συγκινητική αφήγηση, εποχές, βιβλία, σκέψεις, αισθήματα-συμβάντα που τον διαμόρφωσαν ως αναγνώστη, άνθρωπο, πολίτη.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Ο Ραϊνέκε, ο κ. Χασομερίδης και ο Σόλομον Γκάρσκι ήταν πάντα εδώ

«Είχεν έρθει η Πεντηκοστή, η χαριτωμένη η γιορτή. Ο Νόμπελ, ο βασιλιάς, συγκαλεί την Αυλή του, κι οι καλεσμένοι του υποταχτικοί τρέχουν με μεγάλη σπουδή· από κάθε μέρος και μεριά φτάνουν πολλά σημαντικά πρόσωπα: ο Λίτκε, ο γερανός, κι ο Μάρκαρτ, η κολοιακούδα, κι όλοι οι καλύτεροι».

Λείπει μονάχα ένας: «Ο Ραϊνέκε, η αλεπού η κατεργάρα! που από τα πολλά του κακουργήματα δεν παρουσιάστηκε».

Η φωνή του πατέρα μου, καθώς μου διαβάζει τον Ραϊνέκε Φουξ του Γκέτε, σε μετάφραση Ι.Ν. Γρυπάρη, στην έκδοση του Ελευθερουδάκη του Μεσοπολέμου, αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου.

Από το ένα βράδυ στο άλλο, τον Ραϊνέκε διαδεχόταν ο «άρκουδας» Λουλού-Πουφ: «Μια φορά κι έναν καιρό, έναν πολύ μακρινό καιρό, ας πούμε την περασμένη Παρασκευή, ο Λουλού-Πουφ ζούσε ολομόναχος σ’ ένα δάσος υπό το όνομα Χασομερίδης. –Τι θα πει “υπό το όνομα;” –Θα πει ότι είχε τ’ όνομα γραμμένο πάνω στην πόρτα του με χρυσά γράμματα, κι αυτός καθόταν από κάτω».

Ο Ραϊνέκε, ο κ. Χασομερίδης και ο Σόλομον Γκάρσκι ήταν πάντα εδώ

Ο Πουφ και η συντροφιά του, του Α.Α. Μιλν, στην αξεπέραστη μετάφραση της Λίνας Κάσδαγλη. (Παρεμπιπτόντως, τα επόμενα χρόνια επήλθε η καταστροφή: τον ήρωά μας παρέλαβε η Walt Disney, κι έτσι ο ατσούμπαλος, σκανταλιάρης, αστείος και λαίμαργος «άρκουδας» μεταμορφώθηκε στο «Καλόκαρδο αρκουδάκι», που χαίρεται να μοιράζεται το μέλι του με τα άλλα ζωάκια – στο πλαίσιο ενός σαχλού ηθοπλαστικού αφηγήματος.)

Χρόνια αργότερα ανακάλυψα το Pooh Perplex (1963) του Frederic Crews, μια αριστοτεχνική παρωδία που διαλύει κάθε ακαδημαϊκή σοβαροφάνεια.

Εντεκα διαπρεπείς «μελετητές» αναλύουν τον Πουφ από σκοπιά μαρξιστική, καντιανή, φεμινιστική κ.ο.κ., σε ένα αληθινό διανοητικό πανηγύρι.

Παράδειγμα: ο Πουφ πέφτει από το πεύκο όπου σκαρφάλωσε αναζητώντας μέλι και προσγειώνεται σε κάτι γαϊδουράγκαθα που του μπαίνουν στον πισινό· η εικόνα, κατά τον «C.J.L. Culpepper (D.Lit. Oxon)», που προσεγγίζει θεολογικά το έργο, συνιστά αλληγορία της έξωσης από τον Παράδεισο – και ο Πουφ, επιθυμώντας τον απαγορευμένο καρπό, «υποκατάστατο του Αδάμ».

Ο Πουφ και ο Ραϊνέκε, γενάρχες σε μια σειρά αναγνώσματα που μου χάρισαν ατέλειωτες ώρες γέλιου.

Τρεις άντρες σε μια βάρκα (χώρια ο σκύλος) του Τζέρομ Τζέρομ, ένα από τα πιο αστεία βιβλία του κόσμου, ο ανυπέρβλητος «Σύλλογος των εισαγγελέων» του Μπάμπη Αννινου, ο «Επικήδειος» του Κονδυλάκη. Η βυζαντινή Ακολουθία του ανόσιου τραγογένη σπανού, μια βέβηλη παρωδία της θείας λειτουργίας.

Οπου, λ.χ., ο «παπάς Φιλίσκωλος» δίνει, «χάριν προικός», στον γαμβρό του, «κύριο Κατσαρέλη τον Χέστην από την μεγάλη Αφάτεια», «πουκάμισον τούρτουρον», «βαμπακερήν αγελάδα» και «έτερα ξυλοποδήματα ζευγάρια τρία, διά να χέζεται στεκούμενος ώσπερ λέφας».

Από τα μεγάλα βιβλία, ο Δον Κιχώτης, ασφαλώς. Ακόμα, Ο καλός στρατιώτης Σβέικ, Σκηνές της μποέμικης ζωής του Ερρίκου Μυρζέ, το Περί βάθους του Πόουπ (μεταφραστικό επίτευγμα των Θοδωρή Δρίτσα και Κώστα Σπαθαράκη, εκδ. Αντίποδες).

Από τα φοιτητικά χρόνια, τα ποιήματα του Σαχτούρη και του Εγγονόπουλου, η Υψικάμινος του Εμπειρίκου, η «ανθολογία υπερρεαλισμού» Δεν άνθησαν ματαίως της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου, το Προσπέκτους του Πάνου Θεοδωρίδη στα υπέροχα «τραμάκια» της Εγνατίας, ο Ακίνητος χορός του Μανουέλ Σκόρσα, Οι Ανυπεράσπιστοι του Χατζή, το Αλεξανδρινό κουαρτέτο του Ντάρελ.

Μετά, τρεις «Ερωτόκριτοι». Εν αρχή ην ο Κορνάρος. Επειτα, η «δοκιμή» του Σεφέρη, η πιο δυνατή των Δοκιμών.

Τέλος, η μετάφραση της Οδύσσειας του Γιώργη Ψυχουντάκη: στα κρητικά, με ρίμα, από έναν αυτοδίδακτο. Προσοχή, δεν τη συστήνω σαν ευθυμογράφημα!

Πρόκειται για μια σπουδαία μετάφραση του ομηρικού έπους, τη μόνη που μας μεταφέρει την αίσθηση ενός έργου λαϊκού, που τραγουδούσαν οι αοιδοί – κι ο Ψυχουντάκης το καταφέρνει, μεγαλωμένος με τον Ερωτόκριτο.

Από στοχαστές, ένας αλλά λέων: Κορνήλιος Καστοριάδης. Ιδίως τα άρθρα του στο Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα (που εξέδιδε σε ωραίους κόκκινους τόμους το ύψιλον) και η Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας (εκδ. Ράππα).

Σημείο αναφοράς και συνάμα κάτι οικείο: με έναν φίλο, ένθερμο θιασώτη του, σχεδιάζαμε να πάμε γονυπετείς, με τενεκέδες λάδι και κεριά στην Τήνο, Δεκαπενταύγουστο· για να προσκυνήσουμε όχι τη Μεγαλόχαρη, αλλά τον μέγιστο των στοχαστών που παραθέριζε εκεί.

Παίρνοντας την κατηφόρα του τέλους, κάποια ακόμα απαραίτητα: Οι Δειπνοσοφιστές του Αθήναιου· η Ιστορική εισαγωγή του Μανόλη Τριανταφυλλίδη· Πρίμο Λέβι και Ζαν Αμερί, για την αξιοπρέπεια που ξεπηδάει μέσα από τη συντριβή και το Κακό.

Οι Αθλιοι του Ουγκό, για όλα, μα κυρίως τον τέταρτο τόμο, «Ειδύλλιο και εποποιία», με τον Ενζολορά στα οδοφράγματα.

Τέλος, το opus magnum: Ο Σόλομον Γκάρσκι ήταν εδώ του Μορντεκάι Ρίχλερ (εκδ. Πόλις).

Μυθιστόρημα-ποταμός, με το οποίο ταυτίστηκα, καθώς, δουλεύοντάς το (το μετέφρασε η Κατερίνα Γεωργαλλίδη, σε συνεργασία με μένα), μπόρεσα να εκτιμήσω κάθε λέξη του.

Πέρα από την ψυχογραφική διεισδυτικότητα και την ικανότητα κοινωνικής τοιχογραφίας (όπου πρώην λαθρέμποροι της Ποτοαπαγόρευσης και μετέπειτα ευυπόληπτοι μεγιστάνες, συνυπάρχουν με Εσκιμώους, Εβραίους καλλιτέχνες και φλογερούς επαναστάτες), ίδιον ενός μεγάλου συγγραφέα, εκείνο που με συναρπάζει στον Ρίχλερ είναι ο απαράμιλλος σαρκασμός του. Ενα δείγμα – και μ’ αυτό τελειώνω:

Ο Χάιμαν Καπλάνι επιστρέφει στον πύργο του, ο οποίος κατά τον Β’ Παγκόσμιο είχε γίνει κατοικία τού Obergruppenführer των SS: «–Ετσι, από περιέργεια, ποιοι έρχονταν στα δείπνα του αξιωματικού των SS; –Μα οι ίδιοι ακριβώς που έρχονταν και στα δικά σας, Σερ Χάιμαν. Η [υπηρέτρια] Nικόλ ξέσπασε σε κλάματα. –Ηταν φρικτό!

Ο πατέρας του ήταν εκδοροσφαγέας. Δεν είχε καθόλου τρόπους. Φανταστείτε, δεν ήξερε καν ότι το Πουιγί-Φιμέ δεν είναι επιδόρπιος οίνος!

Ο Σερ Χάιμαν, με τη συνήθη αβροφροσύνη του, πήρε το χέρι της και το φίλησε: –Φυσικά, αγαπητή μου, δεν έχουμε ιδέα τι χρειάστηκε να υπομείνετε εσείς εδώ πέρα!».

Ο Ραϊνέκε, ο κ. Χασομερίδης και ο Σόλομον Γκάρσκι ήταν πάντα εδώ

 Η μελέτη του Στ. Μπουρνάζου «Ο πόλεμος για τον νου και την ψυχή των Ευρωπαίων: ο Πολιτισμικός Ψυχρός Πόλεμος και το Congress for Cultural Freedom στην Ελλάδα» θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Αντίποδες το 2017.