Στις 15 Σεπτεμβρίου του 2001 τρεις παλιοί φίλοι ξεκινούν από την Αθήνα για να πάνε στην Ελευσίνα, στην κηδεία του Στέλιου Καζαντζίδη, χωρίς κανείς τους να είναι τυπικός θαυμαστής του τραγουδιστή. Πηγαίνουν για διαφορετικούς λόγους ο καθένας: μια γυναίκα γιατί ελπίζει να ζωντανέψει μια χαμένη αγάπη, ένας άντρας γιατί μπερδεύει την πραγματικότητα με τους εφιάλτες του και ο τρίτος για να πει αντίο σε όλα.
Πολλές ιστορίες ξετυλίγονται στη διαδρομή και στις στάσεις προς την Ελευσίνα, καθώς η αρχική παρέα διευρύνεται.
Τη Δευτέρα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, το νέο μυθιστόρημα της Μαριάννας Τζιαντζή «Αντίο στις αυλές των θαυμάτων». Ενα βιβλίο με ζωντανή αφήγηση, γεμάτο εμπειρίες δικές της και άλλων από δεκαετίες που έχουν φύγει αλλά δεν έχουν χαθεί, νοσταλγικό για το χθες αλλά και αισιόδοξο για το αύριο.
Ο αποχαιρετισμός στον μεγάλο λαϊκό τραγουδιστή είναι αφετηρία για τον «αποχαιρετισμό της νιότης και των ανθρώπων που αγαπήσαμε και χάσαμε», μας λέει η Μ. Τζιαντζή «αλλά και οριστικός αποχαιρετισμός της ευδαιμονίας του χρηματιστηρίου».
Η «Αυλή των θαυμάτων», η λαϊκή γειτονιά της Αθήνας, το υπόγειο του Κουν, το ξενοδοχείο των αριστερών αγωνιστών, πολλά μεγάλα μα και μικρά θαύματα, όπως ο έρωτας, η φιλία, η νέα ζωή, συντελούνται στις σελίδες του βιβλίου της.
«Εχουν εξαντληθεί οι παλιές αυλές των θαυμάτων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα γεννηθούν καινούργιες, αρκεί να έχουμε μάτια να τις δούμε και την περιέργεια ενός παιδιού», μας λέει η συγγραφέας.
Τακτική συνεργάτις της «Εφ.Συν.» η Μαριάννα Τζιαντζή έχει δημοσιεύσει χρονογραφήματα και άρθρα στο «Πριν» (1990 έως σήμερα), στην «Καθημερινή» (2000-2011), ενώ από τον Καστανιώτη κυκλοφορούν η συλλογή διηγημάτων της «Την άλλη φορά, Μαργαρίτα» (1983) και το μυθιστόρημα «Παπούτσια για πέταμα »(1990). Ακολουθεί απόσπασμα από το νέο της μυθιστόρημα.
Προδημοσίευση
Δεν έχει βοηθούς ο Νικολάρας, μόνο η Κυρανίνα τρυπώνει πίσω απ’ τον μπερντέ μόλις χαμηλώσουν τα φώτα, αυτή του δίνει τις φιγούρες ανάλογα με τη σειρά της εμφάνισής τους. Σαν να μην ενδιαφέρεται να διδάξει την τέχνη του στους νεότερους, σαν να μην υπάρχουν νεότεροι πρόθυμοι να μαθητεύσουν πλάι του. Δοκίμασε να μάθει την τέχνη του στον Φάνη, όμως το παιδί δεν τα ’παιρνε τα καραγκιοζικά, τα χέρια του ήταν αδέξια, του γλιστρούσε η σούστα, η λαβή της φιγούρας από τα χέρια. Από μικρός ο Φάνης ήταν της θεωρίας.
«Αχ, ρε Φάνη, να μη θέλεις να κλέψεις λίγη απ’ την τέχνη μου;»
Αυτό ήταν το παράπονο του Νικολάρα γιατί η τέχνη κλέβεται, δεν αγοράζεται.
Αυστηρός ο Καραγκιόζης της Πλατυθέας, φοβερίζει τους μικρούς θεατές που κάνουν θόρυβο την ώρα της παράστασης: συστάσεις αλλά και αντιπαιδαγωγικές απειλές, όπως «θα φωνάξω το Καταραμένο Φίδι να φάει το παιδάκι που φωνάζει».
Μερικές φορές ο Φάνης τον συναντά στο λεωφορείο, όπου ο Νικολάρας ποτέ δεν πληρώνει εισιτήριο. Ατυπη καλλιτεχνική ατέλεια. Ο εισπράκτορας τον χαιρετά με σεβασμό, αφού είναι ο μοναδικός επώνυμος ή αναγνωρίσιμος μέσα στο όχημα. Με σεβασμό κι ένα εύθυμο χαμόγελο γιατί ξέρει τι θα ακολουθήσει.
Αγέρωχος ο Νικολάρας βολεύεται σε κάποιο από τα μεσαία καθίσματα, όμως το μυαλό και το μάτι του δουλεύουν πυρετωδώς, καθώς εκείνος αναζητά την κατάλληλη στιγμή για να βγάλει την υποχρέωση έναντι του κράτους και των αστικών συγκοινωνιών, τη στιγμή που περιμένουν οδηγός και επιβάτες, κύριοι, κυρίες και αγαπημένα μας παιδιά. Ξαφνικά, η φωνή του Καραγκιόζη, βροντερή σαν να βγαίνει από κατοχικό χωνί, γεμίζει το λεωφορείο.
Αλλοτε είναι κάποιο σχόλιο που εκφράζει τον καημό των πεινασμένων, π.χ., μπροστά από την τοπική μακαρονοποιία –«αχ, ρε μανούλα μου, να ’χα τώρα ένα καζάνι μακαρόνια»– ή κάποια παρατήρηση για την κατακαημένη τοπική ποδοσφαιρική ομάδα μπροστά από το ημιτελές και δίχως χορτοτάπητα γήπεδό της, κάποιο αστειάκι για γάμους ή βαφτίσια όταν φτάνουν στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας ή κάποια απειλητική προειδοποίηση με τη φωνή του Μπαρμπαγιώργου όταν κάποιο προπορευόμενο φορτηγό κλείνει το δρόμο.
Πώς να πεις τον Νικολάρα τζαμπατζή, λαθρεπιβάτη; Σήμερα θα λέγαμε ότι συστηματικά διέπραττε το παράπτωμα της εισιτηριοδιαφυγής. Ομως τώρα κανένας ελεγκτής δεν τολμά να τον ελέγξει ή να του κόψει πρόστιμο, αφού ο άνθρωπος πληρώνει τη διαδρομή του με το πιο σκληρό νόμισμα, με το γέλιο που χαρίζει σε όλους κι ας ζημιώνονται λιγάκι τα ΚΤΕΛ.
Δεν είναι σαν τον αχώνευτο χωροφύλακα που μπαίνει στο λεωφορείο με το ύφος του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», ούτε σαν τους ήρωες του Ελληνοϊταλικού Πολέμου που έχουν ελευθέρας, αρκεί να επιδείξουν την αναπηρική τους ταυτότητα.
Παρά τη φτώχεια, οι τζαμπατζήδες είναι ελάχιστοι. Οχι μόνο από το φόβο του ελεγκτή, αλλά γιατί ο άγρυπνος εισπράκτορας δεν αφήνει κανέναν να περάσει χωρίς να κόψει εισιτήριο. Μάλιστα, μερικοί ευσυνείδητοι εισπράκτορες, όταν στην αφετηρία υπάρχει ουρά, βγαίνουν από το λεωφορείο και κόβουν εισιτήρια όρθιοι κάτω στο δρόμο, ώστε να μη δημιουργηθεί αργότερα συνωστισμός στην πίσω πόρτα.
Οι μόνοι γνωστοί λαθρεπιβάτες είναι αυτοί που έμπαιναν κρυφά στο πλοίο και κρύβονταν μέσα σε μια σωσίβια λέμβο, όπως η Βουγιουκλάκη στην Αλίκη στο Ναυτικό. Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει το εισιτήριο, μόνο ο Νικολάρας μπαίνει στο λεωφορείο με αέρα άρχοντα και ιδιοκτήτη.
Με τον καιρό, ο φόβος του εξευτελισμού, του «κατεβείτε, κύριε», μετατρέπεται σε ηθικό κώδικα· ιδίως για τους παλιούς το τζαμπατζιλίκι θεωρείται μεγάλη ντροπή και η ντροπή γίνεται ακόμα πιο μεγάλη γίνεται αν ο ελεγκτής τούς πιάσει στα πράσα.
Δεν πήγε στην κηδεία του Καζαντζίδη ο Φάνης, αλλά δώδεκα χρόνια αργότερα, μόνος και χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν, θα πήγαινε στην κηδεία του νεαρού λαθρεπιβάτη στο κοιμητήριο του Περιστερίου, μαζί με τους συνήθεις αλληλέγγυους που όμως δεν θα κατάφερναν να μετατρέψουν την κηδεία σε δικαστήριο της μνημονιακής αναλγησίας.
Θα πήγαινε εκεί όπου ο αέρας έμοιαζε να τρέμει και να βογγά από τους ηχηρούς στεναγμούς και τις σιωπηλές κατάρες, εκεί θα έριχνε κρυφά στον φρεσκοσκαμμένο τάφο ένα αχτύπητο εισιτήριο των 1,20 ευρώ, σφηνωμένο στα πέταλα ενός κόκκινου τριαντάφυλλου για να μη στείλουν οι ουράνιοι ελεγκτές το παιδί στην κόλαση των λαθρεπιβατών.
