Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βρέθηκε στο προσκήνιο πολλές φορές τα τελευταία δύο χρόνια ο Χρήστος Χωμενίδης. Πότε με το μυθιστόρημά του «Νίκη», βασισμένο στην ιστορία της μητέρας του Νίκης Νεφελούδη -κόρης του προπολεμικού ηγέτη της Αριστεράς-, πότε με τις δηλώσεις του υπέρ του «ναι» και της ευρωπαϊκής προοπτικής της Ελλάδας.

Κι ενώ όλοι περίμεναν πως θα συνεχίσει πολιτικά, ο γνωστός συγγραφέας έκανε στροφή στα… υπαρξιακά με το νέο του μυθιστόρημα «Νεαρό άσπρο ελάφι», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη.

Το παραδέχτηκε κι ο ίδιος στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου του προχθές βράδυ στο κατάμεστο cafe του Public Συντάγματος (ήταν εκεί παλιοί και νέοι φίλοι του, από τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη, την Αμάντα Μιχαλοπούλου, τον Χάρη Βλαβιανό μέχρι τον Ευάγγελο Βενιζέλο και τη Μιλένα Αποστολάκη):

«Ηταν πειρασμός να γράψω ένα βιβλίο στο ίδιο μοτίβο με τη “Νίκη”. Στο μέσον της ζωής μου όμως, στα 49 μου, αισθάνθηκα την ανάγκη να μιλήσω με μυθιστορηματικά πρόσωπα, με μια ειλικρίνεια που δεν είχα νωρίτερα. Αυτό το βιβλίο δείχνει τι σημαίνει για κάποιον άνθρωπο που κοντεύει 50 χρόνων να είναι εδώ σήμερα…».

Χωμενίδης αισθησιακός

Πρωταγωνιστής στο «Νεαρό άσπρο ελάφι» είναι ένας «πρώην συγγραφέας, πρώην άνθρωπος του κόσμου, πρώην όμορφος, ο Μηνάς Αβλάμης», κατά κάποιον τρόπο alter ego του Χωμενίδη. Εχει αυτοβιογραφικά στοιχεία, χωρίς να είναι αυτοβιογραφία. Συνδυάζει το ψυχεδελικό ύφος των παλιότερων βιβλίων του με την υπαρξιακή αγωνία των πιο πρόσφατων.

Περιλαμβάνει πολλά είδη μυθιστορήματος από το ιστορικό μέχρι επιστημονικής φαντασίας. Στηρίζεται στις συνεχείς ανατροπές και προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις. Αυτά μάθαμε κατά την εκδήλωση από τον δημοσιογράφο Μάκη Προβατά και τον Γιάννη Ζέρβα, αναπληρωτή καθηγητή Ψυχιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών και συγγραφέα.

Είναι όμως, πάνω απ’ όλα, το πιο αισθησιακό βιβλίο του Χωμενίδη. Το νεαρό άσπρο ελάφι «όποιος το έχει δοκιμάσει θα σε διαβεβαιώσει πως η ευτυχία μπορεί να εδρεύει και στον ουρανίσκο. Οποιος το έχει γευτεί, έχει γευτεί παράδεισο», γράφει ο ίδιος.

Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, παιδικός του φίλος (θυμάται πάντα το ψηλό παιδί με τα κατσαρά μαλλιά και το τσαχπίνικο βλέμμα), μας έδωσε μια «πικάντικη» γεύση διαβάζοντας χαρακτηριστικά αποσπάσματα: Για τους «εραστάς της μαμάς», την οποία ο μικρός γιος παρακολουθεί μέσα από την κλειδαρότρυπα, στην κρεβατοκάμαρα, γυμνή, να απλώνει πάνω στο κρεβάτι τα προκλητικά δαντελωτά εσώρουχα.

Αλλά και για τα μουλιασμένα από τον αυνανισμό τεύχη του Penthouse που ο νεαρός κρύβει προσεκτικά σε κουτιά κάτω από το κρεβάτι του, εκεί που δεν φτάνει η σκούπα της μαμάς.

Βρισκόμαστε, όπως καταλαβαίνετε στη δεκαετία του ’70 και στην εφηβεία του Χωμενίδη. Εκεί μας πάνε οι ιστορίες που αφηγείται, μικρές ιστορίες ενοχής, προδοσίας, χωρισμών, σύμπλευσης με την εξουσία. Με τον ήρωά του να καλύπτει το συναίσθημα με τον αισθησιασμό. Να προσπαθεί να ξεφύγει από την «πρόωρη συνταξιοδότηση» και να ξαναγράψει, να επιχειρεί να αποτινάξει την αδράνεια, την παραίτηση, τη θλίψη, να «επεξεργαστεί το τραύμα σε μια σπαραχτική διαδρομή που τον οδηγεί στη λύτρωση», σύμφωνα με τον Γ. Ζέρβα.

«Δεν ήταν ψυχαγωγικό το γράψιμο», διευκρίνισε ο Χρήστος Χωμενίδης. «Η διαδρομή μέχρι τώρα, η σχέση μου με τους ανθρώπους μού έδωσαν θάρρος να γράψω απόλυτα ειλικρινά. Εχουμε ζήσει μια πρώτη νεότητα, η γενιά μου δεν βρέθηκε μπροστά στις επιλογές που είχαν να κάνουν με μεγάλα πολιτικά γεγονότα.

»Αυτή η νεότητα θέλει τον βάρδο της. Αισθάνθηκα την ανάγκη να περιγράψω το σπίτι στο Γαλάτσι τη δεκαετία του ’70. Τα πάρτι που πηγαίναμε, πώς παίρναμε τηλέφωνο το κορίτσι και το σήκωνε η μάνα της -τότε δεν υπήρχαν κινητά- κάνοντας μια μικρή ανάκριση, πώς σηκώναμε από το πάρκο τις ταμπέλες “Μην πατάτε το γκαζόν” και τις πηγαίναμε στο δωμάτιό μας, πώς βλέπαμε ασπρόμαυρη τηλεόραση…».

Οσο για τον ήρωά του: «Ο Μηνάς Αβλάμης παρακολούθησε από πλεονεκτική θέση όλη την ελληνική μπελ-επόκ φούσκα του τέλους του 20ού αιώνα. Δεν έβγαζε λεφτά από τα μυθιστορήματά του αλλά γράφοντας βίους ηλίθιων διάσημων. Οπως λέει ο ήρωας “Ημουν συνειδητά οξυδερκής οπερατέρ”. Δεν είναι συνωμότης ή αμφισβητίας, αλλά ένας μπον-βιβέρ καλλιτέχνης με αισθησιακές, μη εκλεπτυσμένες απολαύσεις».

Πόσο ταυτίζεται μαζί του; «Δεν είμαι εγώ, είναι ο φίλος μας που χάσαμε, όπως θα ’λεγε ο Χατζιδάκις. Αυτός που λείπει».